Άρθρο στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ
Η απόκλισις του πληθωρισμού από την Ευρωζώνη
Πολλοί ξενίσθηκαν από την προχθεσινή δήλωση του επί κεφαλής του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου κ. Ντομινίκ Στρώς Κάν, ότι «για την Ελλάδα η μόνη αποτελεσματική συνταγή είναι ο αποπληθωρισμός». Και τούτο, διότι στη χώρα μας επικρατεί η εντύπωσις ότι ο πληθωρισμός είναι μάλλον χαμηλός.
Την τελευταία δεκαετία ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού εκινείτο μεταξύ 2,5% και 4%, όταν τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν διψήφιος, έχοντας μάλιστα φθάσει και στο 20%. Διερωτώνται λοιπόν κάποιοι, γιατί έγινε η δήλωσις αυτή του κ. Στρώς Καν. Είναι ο πληθωρισμός το μείζον πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας;
Πτώσις ανταγωνιστικότητος
Η απάντησις είναι «ναι». Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα που καθιστά την οικονομία μας όλο και λιγότερο ανταγωνιστική: Η απόκλισις του πληθωρισμού από τον αντίστοιχο των άλλων κρατών της Ευρωζώνης, με τα οποία έχουμε κοινό νόμισμα. Μπορεί εμάς να μας φαίνεται χαμηλό το 3% ετησίως, αλλά συγκρινόμενο με τον μέσο ρυθμό των κρατών που συμμετέχουν στο ευρώ, είναι πολύ υψηλό. Η απόκλισις αυτή λοιπόν, που ουδέποτε περιορίσθηκε κατά τη δεκαετία μετά την ένταξή μας στην ΟΝΕ, δεν επέτρεψε στην ελληνική οικονομία να καταστεί ανταγωνιστική. Κάτι στο οποίο συνετέλεσαν βεβαίως και τα δημόσια ελλείμματα, που επίσης επενεργούν πληθωριστικά.
• Από το έτος 2000, όταν η χώρα μας έγινε επισήμως δεκτή στην ΟΝΕ, μέχρι το 2009, ο μέσος ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού στην Ελλάδα ήταν 3,2%.
• Στην ίδια αυτή δεκαετία, ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης ήταν 2,1%, ενώ στη Γερμανία ήταν μόλις 1,6%.
Η απόκλισις αυτή μπορεί για ένα έτος να μην είναι τόσο μεγάλη. Αλλά επί δέκα συνεχή έτη δημιουργεί πολύ μεγάλες διαφορές. Διότι δεν είναι μόνον οι τιμές που αποκλίνουν από χώρα σε χώρα. Είναι και η εξέλιξις των αποδοχών, που και αυτές παρακολουθούν κατ΄ αρχήν τον πληθωρισμό, οι οποίες δεν συνοδεύονται από ανάλογο παραγωγικό αντίκρισμα. Με άλλα λόγια, τα τελευταία αυτά δέκα χρόνια και κυρίως μετά την καθιέρωση του ευρώ ως συναλλακτικού νομίσματος (το 2002), στην Ελλάδα το κόστος παραγωγής και οι τιμές των προϊόντων αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρωζώνη.
Θυμηθείτε τι είχε συμβεί μετά τον Ιανουάριο 2002, όταν καταργήθηκε η δραχμή. Μέχρι τότε ένας καφές διετίθετο στα καφενεία προς 150 έως 200 δραχμές και στα ζαχαροπλαστεία πολυτελείας προς 300 έως 350 δραχμές. Δηλαδή από μισό έως ένα ευρώ. Αιφνιδίως λοιπόν, οι τιμές εκτινάχθηκαν. Το μισό ευρώ έγινε ένα και το ένα έγινε δύο ή και τρία ευρώ. Όλα αυτά δε, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Και δεν ακρίβυναν τόσο τα προϊόντα του σούπερ μάρκετ, όπου υπήρχε διπλή η αναγραφή της τιμής και σε δραχμές, αλλά κυρίως τα προϊόντα που εμπεριείχαν την παροχή κάποιας υπηρεσίας, όπως και η ίδια η παρεχόμενη υπηρεσία.
Πέραν του καφέ, εκτινάχθηκαν στα ύψη οι τιμές όλων σχεδόν των υπηρεσιών. Επαγγέλματα όπως των ιατρών και των δικηγόρων, αυτά που σχετίζονται με το σπίτι και την οικοδομή (π.χ. ηλεκτρολόγοι και υδραυλικοί), πάσης φύσεως μεταφορείς, εστιατόρια, ξενοδοχεία και δραστηριοποιούμενοι στον τουρισμό, καθώς και πλήθος άλλων επαγγελμάτων αύξησαν δυσανάλογα τις τιμές των υπηρεσιών τους. Έτσι, το επίπεδο των τιμών ανέβηκε ξαφνικά ένα σκαλοπάτι, μόνο και μόνο επειδή άλλαξε το νόμισμα. Ο δε πληθωρισμός συνέχισε να είναι υψηλότερος των άλλων εταίρων μας στην Ευρωζώνη επί δέκα χρόνια.
Η φούσκα των τιμών
Αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος της δεκαετίας αυτής, για το οποίο ευθύνονται τόσο η Κυβέρνησις Σημίτη όσο και η Κυβέρνησις Καραμανλή. Θυμίζουμε ότι το 2000 ο κ. Σημίτης είχε επανεκλεγεί με κύριο σύνθημα την «πραγματική σύγκλιση» της οικονομίας μετά την ένταξη στην ΟΝΕ. Η δε Νέα Δημοκρατία τον κατηγορούσε από τότε για «δημιουργική λογιστική». Αλλά κανένας δεν πέτυχε την πραγματική σύγκλιση. Όχι μόνο λόγω ελλειμμάτων και χρέους αλλά διότι ουδείς ασχολήθηκε σοβαρά με την απόκλιση του πληθωρισμού και τις συνέπειές του στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.
Ιδού λοιπόν γιατί μας λέει τώρα ο επί κεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι η διέξοδος για την ελληνική οικονομία είναι ο αποπληθωρισμός. Όλη αυτή η φούσκα των τιμών και του κόστους των υπηρεσιών στη χώρα μας κατά την τελευταία δεκαετία, πρέπει να ξεφουσκώσει. Μόνον έτσι θα μπορέσει σταδιακά η χώρα μας να παράγει και να πουλάει ανταγωνιστικά προϊόντα.
Ημ/νία Δημοσίευσης: Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010
«Η ανάρτηση των άρθρων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν σημαίνει και απόλυτη ταύτιση με το περιεχόμενο των ιδεών του αρθρογράφου. Τα άρθρα αξιολογούνται ως ενδιαφέροντα για προβληματισμό.»
