Η απόφαση της Βενετίας να επιβάλει τέλος εισόδου στους ημερήσιους επισκέπτες αποτελεί μία από τις πιο τολμηρές παρεμβάσεις που έχουν γίνει στην Ευρώπη για την αντιμετώπιση του υπερτουρισμού. Με χρέωση έως 10 ευρώ για επισκέψεις σε περιόδους αιχμής και εξαίρεση όσων διανυκτερεύουν στην πόλη, η ιταλική πόλη επιχειρεί να προστατεύσει τον ιστορικό της πυρήνα, να μειώσει την πίεση στις υποδομές και να κατευθύνει τον τουρισμό προς πιο βιώσιμα πρότυπα, επανεπενδύοντας τα έσοδα στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και στην περιβαλλοντική προστασία.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο τη Βενετία. Αφορά άμεσα και την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει αντίστοιχες προκλήσεις σε ιδιαίτερα δημοφιλείς προορισμούς όπως η Σαντορίνη, η Μύκονος, η Ρόδος, η Κέρκυρα, αλλά και σε ιστορικά κέντρα πόλεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αθήνα. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ανάλογα διλήμματα, αλλά αν θα είναι έγκαιρα προετοιμασμένη να τα διαχειριστεί με στρατηγικό τρόπο.
Το μοντέλο της Βενετίας ενισχύει τη διεθνή συζήτηση για τη μετάβαση από τον μαζικό, χαμηλής προστιθέμενης αξίας τουρισμό σε έναν πιο ποιοτικό και βιώσιμο τουρισμό. Για την Ελλάδα, αυτό μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία επαναπροσδιορισμού της τουριστικής της πολιτικής, καθώς η επιβάρυνση των ημερήσιων επισκεπτών λειτουργεί ως εργαλείο αποσυμφόρησης, αποθαρρύνει τον τουρισμό της «γρήγορης κατανάλωσης» και ενθαρρύνει μεγαλύτερης διάρκειας διαμονές, με αυξημένη δαπάνη ανά επισκέπτη και καλύτερη κατανομή των εσόδων στην τοπική οικονομία.
Παράλληλα, δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος για επενδύσεις σε υποδομές, πολιτισμό και περιβάλλον, στοιχεία κρίσιμα για μια χώρα με μοναδικά μνημεία, εύθραυστα νησιωτικά οικοσυστήματα και έντονη εποχικότητα. Ωστόσο, η υιοθέτηση τέτοιων μέτρων δεν είναι χωρίς κινδύνους. Η επιβολή τέλους εισόδου μπορεί να δημιουργήσει την εικόνα ενός ακριβού ή λιγότερο φιλόξενου προορισμού, ιδίως για αγορές ευαίσθητες στο κόστος ή για επισκέπτες που επιλέγουν σύντομες διαμονές.
Στην ελληνική περίπτωση, όπου σημαντικό μέρος του τουρισμού βασίζεται σε ημερήσιες επισκέψεις, κρουαζιέρες και οργανωμένα πακέτα, υπάρχει ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων σε μικρές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τον μαζικό ημερήσιο τουρισμό. Επιπλέον, αν τέτοια μέτρα δεν συνοδεύονται από κοινωνική συναίνεση, διαφάνεια και σαφή ανταποδοτικότητα προς τις τοπικές κοινωνίες, ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις και πολιτικό κόστος.
Το ουσιαστικό δίδαγμα από την εμπειρία της Βενετίας δεν είναι το ίδιο το τέλος εισόδου, αλλά η πολιτική φιλοσοφία που το συνοδεύει: ο τουρισμός δεν μπορεί να παραμένει ανεξέλεγκτος. Απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό, όρια και ενεργητική διαχείριση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα όχι αποσπασματικά αλλά ως μέρος μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής για τον τουρισμό, με έμφαση στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, την ισόρροπη κατανομή των ροών και την ανάδειξη λιγότερο κορεσμένων προορισμών.
Η αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων διαχείρισης επισκεπτών και η επανεπένδυση των σχετικών εσόδων στην προστασία του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού και να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητά του στον χρόνο. Σε έναν κόσμο όπου ο υπερτουρισμός απειλεί να φθείρει αυτό ακριβώς που καθιστά τους προορισμούς ελκυστικούς, η εμπειρία της Βενετίας λειτουργεί ταυτόχρονα ως προειδοποίηση και ως ευκαιρία.
Το διακύβευμα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό και στρατηγικό: η διατήρηση της ποιότητας, της αυθεντικότητας και της ανθεκτικότητας του ελληνικού τουρισμού στο μέλλον.
