
Η συμφωνία Ιταλίας–Αλβανίας για τη δημιουργία κέντρων επεξεργασίας αιτημάτων ασύλου εκτός του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί μια εξέλιξη που δικαιολογημένα προκαλεί έντονο προβληματισμό. Δεν πρόκειται απλώς για μια νέα τεχνική μέθοδο διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική επιλογή που ενδέχεται να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιλαμβάνεται τις υποχρεώσεις, τις αξίες και τις ευθύνες της απέναντι σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της εποχής μας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με πραγματικές πιέσεις. Οι αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές, οι ανησυχίες των ευρωπαϊκών κοινωνιών για την ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή, αλλά και η άνοδος πολιτικών δυνάμεων που ζητούν αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων, ωθούν τις κυβερνήσεις στην αναζήτηση νέων λύσεων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε το λεγόμενο «αλβανικό μοντέλο».
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσον χώρες όπως η Αλβανία μπορούν πολιτικά και κοινωνικά να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο σε μόνιμη βάση. Η σημερινή κυβέρνηση των Τιράνων επέλεξε να ανταποκριθεί θετικά, θεωρώντας ότι η συνεργασία αυτή ενισχύει τις σχέσεις της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ευρωπαϊκή της προοπτική. Όμως καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει την εσωτερική διάσταση ενός τόσο ευαίσθητου ζητήματος.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες αντιδρούν όταν αισθάνονται ότι η χώρα τους καλείται να επωμισθεί βάρη που αφορούν άλλους. Η αντιπολίτευση, τα μέσα ενημέρωσης και η κοινωνία των πολιτών είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν τέτοιες συμφωνίες ως περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας ή ως μετατροπή της χώρας σε χώρο συγκέντρωσης προβλημάτων που η Ευρώπη αδυνατεί να διαχειριστεί εντός των συνόρων της.
Δεν είναι τυχαίο ότι ανάλογες πρωτοβουλίες στο παρελθόν απέτυχαν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχείρησε επανειλημμένα να αναπτύξει μηχανισμούς συνεργασίας με χώρες προέλευσης ή διέλευσης μεταναστών. Στις περισσότερες περιπτώσεις συνάντησε άρνηση. Οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών αντιλήφθηκαν ότι τα πολιτικά και κοινωνικά κόστη υπερέβαιναν τα πιθανά οφέλη.
Παράλληλα, η νέα αυτή προσέγγιση θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για την ίδια την Ευρώπη. Η Ένωση οικοδομήθηκε πάνω στις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της διεθνούς προστασίας των προσφύγων. Η Σύμβαση της Γενεύης και το πλαίσιο του ΟΗΕ δεν αποτελούν απλώς νομικά κείμενα, αλλά θεμέλια της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης.
Ασφαλώς, η Ευρώπη έχει δικαίωμα και υποχρέωση να προστατεύει αποτελεσματικά τα σύνορά της και να καταπολεμά τα δίκτυα διακινητών. Όμως η εξωτερίκευση των διαδικασιών ασύλου δεν μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό μεταφοράς ευθυνών προς τρίτες χώρες. Διαφορετικά, κινδυνεύει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να απομακρύνει από το έδαφός της ένα πρόβλημα αντί να το διαχειριστεί συλλογικά και σύμφωνα με τις αξίες της.
Η συζήτηση που ανοίγει σήμερα υπερβαίνει το μεταναστευτικό. Αφορά την ίδια την ταυτότητα της Ευρώπης. Αφορά το εάν η ασφάλεια και ο ανθρωπισμός μπορούν να συνυπάρξουν ή αν η μία αρχή θα υποχωρήσει απέναντι στην άλλη. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τις Βρυξέλλες ή τα Τίρανα. Αφορά το μέλλον της Ευρώπης συνολικά.
