Άρθρο στο περιοδικό “Horizons” του Center for International Relations and Sustainable Development με τίτλο: “Europe’s Responsibility for Global Security in a Triangular World”, 18/10/2026

Η πρόσφατη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον υπενθύμισε μια θεμελιώδη αλήθεια της διεθνούς πολιτικής. Ακόμη και οι ισχυρότεροι αντίπαλοι επιδιώκουν να καταλήξουν σε συνεννόηση όταν το κόστος μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης γίνεται υπερβολικά υψηλό. Οι προσπάθειες σταθεροποίησης των σχέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας δεν εξαλείφουν τις βαθιές διαφωνίες μεταξύ τους. Δημιουργούν, ωστόσο, ένα διαφορετικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει πώς θα υπερασπιστεί τα συμφέροντα και τις αρχές της.

Διαμορφώνεται μια τριγωνική σχέση μεταξύ Ευρώπης, Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία θα επηρεάσει καθοριστικά την παγκόσμια ασφάλεια. Οι τρεις πλευρές διαθέτουν από κοινού τεράστια οικονομική, τεχνολογική και πολιτική ισχύ. Αντιμετωπίζουν επίσης κοινούς κινδύνους, όπως πολέμους, αναταράξεις στις αγορές, κλιματική αλλαγή και τις νέες απειλές που αναδύονται από τις ψηφιακές τεχνολογίες. Η σταθερότητα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε μια διμερή συνεννόηση μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Απαιτεί επίσης μια Ευρώπη με ενεργό ρόλο, ικανή να διαμορφώνει κανόνες, να προτείνει λύσεις και να υπερασπίζεται την ειρηνική επίλυση των διαφορών.

Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία για την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ανακτήσει ουσιαστικό ρόλο στην παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφάλειας και να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διαμόρφωση μιας πιο προβλέψιμης σχέσης μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η στενή συμμαχία της με την Ουάσιγκτον και οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με το Πεκίνο της παρέχουν τα μέσα για να ενθαρρύνει τον διάλογο σε συγκεκριμένους τομείς. Ένας τέτοιος ρόλος δεν είναι αυτονόητος ούτε εξασφαλίζεται αυτομάτως. Προϋποθέτει κοινή ευρωπαϊκή βούληση, ισχύ, αξιοπιστία και πρωτοβουλίες που αποδεικνύουν ότι η Ευρώπη μπορεί να γεφυρώνει διαφορές, παραμένοντας παράλληλα σαφής ως προς τις δικές της θέσεις.

Το ερώτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι εάν θα διατηρεί σχέσεις με την Κίνα. Ήδη διατηρεί τέτοιες σχέσεις, σε κλίμακα που επηρεάζει τη βιομηχανία, την κατανάλωση, την ενέργεια και την καθημερινή ζωή των πολιτών της. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια μορφή σχέσης επιδιώκει. Μια σχέση που χαρακτηρίζεται από παθητική οικονομική εξάρτηση, από διαρκή δυσπιστία ή από υπεύθυνη συνεργασία, βασισμένη στην αμοιβαιότητα και στην ικανότητα της Ευρώπης να λαμβάνει αυτόνομα τις αποφάσεις της.

Η προσέγγιση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας προσφέρει ένα χρήσιμο πολιτικό δίδαγμα. Οι μεγάλες δυνάμεις δεν εγκαταλείπουν τα συμφέροντά τους όταν συνομιλούν μεταξύ τους. Επιδιώκουν να τα εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα, περιορίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης κρίσης. Η Ευρώπη, η οποία αντιμετωπίζεται συχνά ως πεδίο εκδήλωσης των ανταγωνισμών άλλων δυνάμεων, πρέπει να ενεργήσει ως αυτοτελής δύναμη. Η στρατηγική της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί θεμέλιο της ασφάλειάς της. Αυτό το θεμέλιο της δίνει την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να αναπτύξει μια συνεκτική πολιτική έναντι του Πεκίνου.

Επί σειρά ετών, η ευρωπαϊκή συζήτηση για την Κίνα κινείται μεταξύ δύο παραδοχών. Σύμφωνα με την πρώτη, το εμπόριο θα επιλύσει τις πολιτικές διαφορές. Σύμφωνα με τη δεύτερη, κάθε μορφή συνεργασίας δημιουργεί εξαρτήσεις. Καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν επαρκεί. Η κινεζική οικονομία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής και των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού.

Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν εμπόδια στην κινεζική αγορά, ενώ η συγκέντρωση κρίσιμων πρώτων υλών και τεχνολογιών σε έναν περιορισμένο αριθμό προμηθευτών δημιουργεί πραγματικές ευπάθειες.

Οι σχέσεις Ευρώπης και Κίνας μπορούν πλέον να εισέλθουν σε μια νέα, ωριμότερη φάση, η οποία θα βασίζεται σε αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες, στην αμοιβαιότητα και στον σεβασμό διαφορετικών οικονομικών μοντέλων. Σήμερα, ωστόσο, παρατηρείται σαφής ανισορροπία. Το ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο στηρίζεται στις ανοιχτές αγορές, στον ελεύθερο ανταγωνισμό και σε ένα ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο. Αντιθέτως, το κινεζικό μοντέλο χαρακτηρίζεται από μια δυναμική βιομηχανική πολιτική υπό την καθοδήγηση του κράτους, εκτεταμένες επιδοτήσεις και ιδιαίτερα ισχυρή εξαγωγική ικανότητα. Οι διαφορές αυτές έχουν δημιουργήσει μακροοικονομικές ανισορροπίες και ασυμμετρίες στο εμπόριο, τις οποίες δεν είναι δυνατόν να αγνοούμε.

Η απάντηση, ωστόσο, δεν θα πρέπει να είναι η αποσύνδεση των δύο οικονομιών ή η επιστροφή σε έναν κόσμο χωρισμένο σε ανταγωνιστικά οικονομικά μπλοκ. Η Ευρώπη και η Κίνα έχουν κοινό συμφέρον να οικοδομήσουν μια πιο ισορροπημένη σχέση, με ευρύτερη αμοιβαία πρόσβαση στις αγορές, ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ουσιαστική συνεργασία στους τομείς των επενδύσεων, της πράσινης μετάβασης, της τεχνολογίας και της καινοτομίας. Αυτό προϋποθέτει ότι και οι δύο πλευρές θα αναγνωρίσουν πως το οικονομικό άνοιγμα μπορεί να διατηρηθεί μόνο όταν συνοδεύεται από δικαιοσύνη, προβλεψιμότητα και σεβασμό των συμφωνημένων κανόνων.

Υπάρχει, επίσης, μια ευρύτερη γεωστρατηγική διάσταση. Η Ευρώπη δεν πρέπει να επιτρέψει να εγκλωβιστεί ανάμεσα στις ανταγωνιστικές στρατηγικές πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας.

Παράλληλα με τη διατήρηση μιας ισχυρής διατλαντικής σχέσης, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής ασφάλειας, οφείλει να αναπτύξει τη δική της στρατηγική αυτονομία και να διατηρήσει έναν σταθερό και αξιόπιστο δίαυλο συνεργασίας με το Πεκίνο.

Μια ισορροπημένη σχέση Ευρώπης και Κίνας δεν αποβαίνει εις βάρος των σχέσεων της Ευρώπης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιθέτως, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου συνεννόησης, στο οποίο το τρίγωνο Ευρώπης, Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών θα αποτελέσει πηγή προβλεψιμότητας, ισορροπίας και παγκόσμιας σταθερότητας. Ο ρόλος της Ευρώπης δεν πρέπει να είναι να τοποθετηθεί σε ίση απόσταση από την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, αλλά να αξιοποιήσει το δικό της πολιτικό, οικονομικό και διπλωματικό βάρος, ώστε να αποτρέψει τη μετατροπή του ανταγωνισμού σε ανοικτή αντιπαράθεση.

Αυτό που απαιτείται, επομένως, είναι μια πολιτική που διέπεται από σαφείς κανόνες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να παραμείνει ανοιχτή στο εμπόριο, προστατεύοντας παράλληλα την ικανότητά της να παράγει, να καινοτομεί και να αντέχει στις πιέσεις. Η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, οι επενδύσεις στην ευρωπαϊκή βιομηχανία και ο έλεγχος των στρατηγικών υποδομών αποτελούν προϋποθέσεις για μια σχέση μεταξύ ισότιμων εταίρων. Όσο πιο ανθεκτική γίνεται η Ευρώπη, τόσο πιο ουσιαστικός μπορεί να είναι ο διάλογός της με την Κίνα.

Στον οικονομικό τομέα, πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η αμοιβαιότητα. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δικαιούνται ουσιαστική πρόσβαση στην κινεζική αγορά, διαφανείς κανόνες, προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας και δίκαιους όρους ανταγωνισμού.

Αντίστοιχα, οι κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη, όταν δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας, μεταφέρουν τεχνογνωσία, σέβονται το ευρωπαϊκό δίκαιο και δεν οδηγούν σε μονομερή έλεγχο κρίσιμων λειτουργιών. Μια ανοιχτή οικονομία λειτουργεί αποτελεσματικά όταν στηρίζεται σε κανόνες που ισχύουν για όλους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η βιομηχανική πολιτική. Η πράσινη μετάβαση προϋποθέτει μπαταρίες, φωτοβολταϊκά πάνελ, ηλεκτρικά οχήματα και πρώτες ύλες, τομείς στους οποίους η Κίνα έχει αναπτύξει ισχυρή θέση. Η Ευρώπη δεν μπορεί να επιτύχει τους κλιματικούς της στόχους αγνοώντας αυτή την πραγματικότητα. Δεν μπορεί, ωστόσο, να αντικαταστήσει την παλαιά εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια με μια νέα εξάρτηση από εισαγόμενη τεχνολογία. Χρειάζεται δική της βιομηχανική δυναμικότητα, έρευνα, πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού και εμπορικές συμφωνίες με αξιόπιστους εταίρους. Οι εμπορικές διαφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται βάσει τεκμηριωμένων στοιχείων, με αναλογικά μέτρα και μέσω διαπραγματεύσεων.

Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί την επόμενη μεγάλη δοκιμασία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα επενδύουν τεράστιους πόρους στην ανάπτυξή της. Η Ευρώπη έχει συμβάλει σημαντικά στη συζήτηση για την προστασία των δικαιωμάτων και τη θέσπιση κανόνων. Για να αποκτήσει, ωστόσο, πραγματικό διεθνές βάρος, πρέπει να συνδυάσει την κανονιστική επιρροή της με ερευνητική και τεχνολογική ισχύ. Με το Πεκίνο, η Ευρώπη μπορεί να αναζητήσει κοινό έδαφος σε ζητήματα όπως η ασφάλεια των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, η πρόληψη επικίνδυνων χρήσεων και η αξιοπιστία της πληροφορίας, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των δεδομένων και των δημοκρατικών εγγυήσεων.

Η κλιματική αλλαγή ακολουθεί την ίδια λογική. Καμία παγκόσμια προσπάθεια μείωσης των εκπομπών δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία χωρίς τη συμμετοχή της Κίνας. Η Ευρώπη πρέπει να επιμείνει σε μετρήσιμες δεσμεύσεις, στη συνεργασία για την καθαρή ενέργεια και σε κοινές πρωτοβουλίες για την κυκλική οικονομία, τα ύδατα και τη βιοποικιλότητα. Η περιβαλλοντική συνεργασία μπορεί να αποφέρει απτά αποτελέσματα ακόμη και όταν οι εμπορικές διαφορές παραμένουν. Η Ευρώπη οφείλει, επίσης, να διασφαλίσει ότι οι κανόνες ανταγωνισμού και οι κλιματικές δεσμεύσεις της υπηρετούν τον ίδιο στόχο.

Η πολιτική διάσταση της σχέσης εκτείνεται πολύ πέρα από την οικονομία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αφορά άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη θεμελιώδη αρχή ότι τα σύνορα δεν μπορούν να μεταβάλλονται διά της βίας. Ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η Κίνα φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την προάσπιση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Η Ευρώπη πρέπει να καλέσει το Πεκίνο να αξιοποιήσει την επιρροή του προς υποστήριξη μιας δίκαιης και διαρκούς ειρήνης και να αποφύγει ενέργειες που συντηρούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια. Η θέση αυτή πρέπει να διατυπώνεται με συνέπεια, σαφήνεια και συνέχεια.

Η ίδια συνέπεια απαιτείται και όσον αφορά την Ταϊβάν και την ασφάλεια στον Ινδοειρηνικό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί την πάγια πολιτική της για τη «Μία Κίνα». Παράλληλα, θεωρεί ζωτικής σημασίας την ειρηνική επίλυση των διαφορών και αντιτίθεται σε κάθε μονομερή μεταβολή του υφιστάμενου status quo μέσω της χρήσης ή της απειλής χρήσης βίας και καταναγκασμού. Μια κρίση στα Στενά της Ταϊβάν θα είχε σοβαρές συνέπειες για τη ναυσιπλοΐα, την τεχνολογία και την παγκόσμια οικονομία. Συνεπώς, η Ευρώπη έχει άμεσο συμφέρον να ενθαρρύνει την αυτοσυγκράτηση και να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει επίσης να παραμείνουν μέρος του διαλόγου. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας και του κράτους δικαίου. Η συζήτηση αυτών των ζητημάτων με την Κίνα είναι δύσκολη, αλλά αναγκαία. Η αξιοπιστία της Ευρώπης ενισχύεται όταν υπερασπίζεται με συνέπεια τις αρχές της, χωρίς επιλεκτικές ευαισθησίες και χωρίς να κλείνει την πόρτα στην επικοινωνία. Η διπλωματία είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή επιτρέπει να τίθενται επί τάπητος ακόμη και τα πιο απαιτητικά ζητήματα.

Η συνδεσιμότητα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας αποτελεί έναν ακόμη τομέα που θα διαμορφώσει το μέλλον. Ο Μεσαίος Διάδρομος, ο οποίος διέρχεται από την Κεντρική Ασία, την Κασπία Θάλασσα και τον Καύκασο, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία ως εναλλακτική επιλογή για τη διαφοροποίηση των εμπορικών διαδρομών. Η ανάπτυξή του απαιτεί λιμένες, σιδηροδρομικές γραμμές, συντονισμό των τελωνειακών διαδικασιών και ψηφιακά συστήματα, ενώ προσφέρει ευκαιρίες στις χώρες που συνδέει. Η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει σε αυτές τις υποδομές με διαφάνεια, βιωσιμότητα και σεβασμό της κυριαρχίας των εταίρων της.

Στις σχέσεις της Ευρώπης με την Κίνα, η συνδεσιμότητα θα έχει ουσιαστικό αντίκρισμα μόνο εφόσον συνοδεύεται από επενδύσεις στην ανθεκτικότητα. Οι λιμένες, τα σιδηροδρομικά δίκτυα, τα κέντρα δεδομένων και οι ενεργειακές υποδομές συνδέουν την οικονομική δραστηριότητα με την ασφάλεια. Οι επενδυτικές αποφάσεις πρέπει να αξιολογούνται με συνεπή κριτήρια σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε κάθε έργο να αποφέρει πραγματικά οικονομικά οφέλη, χωρίς να δημιουργεί αδιαφανείς δεσμεύσεις. Η προστασία των κρίσιμων υποδομών και η προσέλκυση κεφαλαίων μπορούν να συνυπάρξουν, εφόσον υπάρχουν σαφή κριτήρια, δημόσια λογοδοσία και κοινή ευρωπαϊκή εποπτεία.

Η ίδια λογική ισχύει και για τις πρώτες ύλες. Η θέση της Κίνας στην επεξεργασία πολλών κρίσιμων πρώτων υλών καταδεικνύει πόσο γρήγορα ένας περιορισμός στις εξαγωγές μπορεί να προκαλέσει ισχυρούς κλυδωνισμούς στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Η απάντηση προϋποθέτει νέες εμπορικές συνεργασίες, ανακύκλωση, δημιουργία αποθεμάτων όπου αυτό είναι αναγκαίο και ανάπτυξη ευρωπαϊκής δυναμικότητας επεξεργασίας. Απαιτεί, επίσης, αξιόπιστο διάλογο με το Πεκίνο για τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας των εξαγωγών. Η ασφάλεια του εφοδιασμού δεν διασφαλίζεται με μία μόνο απόφαση. Είναι αποτέλεσμα διαρκών επιλογών σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής.

Για να αναπτύξει μια συνεκτική πολιτική, η Ευρώπη χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, ενότητα στο εσωτερικό της. Τα κράτη μέλη διατηρούν διαφορετικές οικονομικές σχέσεις με την Κίνα. Ορισμένα ενδιαφέρονται περισσότερο για τις βιομηχανικές εξαγωγές, ενώ άλλα δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις υποδομές ή στις πρώτες ύλες. Εάν κάθε εθνική πρωτεύουσα διαπραγματεύεται μόνη της τα κρίσιμα ζητήματα, η ευρωπαϊκή ισχύς αποδυναμώνεται. Μια κοινή προσέγγιση στις επενδύσεις, στο εμπόριο και στην οικονομική ασφάλεια καθιστά αποτελεσματικότερες τις εθνικές επιλογές και προσδίδει στην Ένωση πραγματική διαπραγματευτική ισχύ.

Η Ευρώπη χρειάζεται, επίσης, να καταθέσει μια θετική πρόταση προς την Κίνα. Η πολιτική της δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν κατάλογο προβληματισμών. Μπορεί να θέσει συγκεκριμένους στόχους, όπως η βελτίωση της πρόσβασης στις αγορές, η ταχύτερη επίλυση εμπορικών διαφορών, η συνεργασία για την επίτευξη κλιματικών δεσμεύσεων, η ασφαλέστερη θαλάσσια μεταφορά και η θέσπιση κανόνων για τις αναδυόμενες τεχνολογίες. Μια διαρθρωμένη ατζέντα καθιστά μετρήσιμη την πρόοδο. Παράλληλα, επιτρέπει στην Ευρώπη να αντιδρά αποφασιστικά όταν οι δεσμεύσεις δεν τηρούνται, χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια κατάσταση διαρκούς κλιμάκωσης.

Η πορεία της σχέσης θα εξαρτηθεί, επίσης, από το κατά πόσον και οι δύο πλευρές θα μιλούν με ειλικρίνεια στις ίδιες τις κοινωνίες τους. Στην Ευρώπη, οι ανησυχίες για τον αθέμιτο ανταγωνισμό είναι υπαρκτές, όπως υπαρκτή είναι και η επιθυμία για πρόσβαση στην τεράστια κινεζική αγορά. Στην Κίνα, ο ευρωπαϊκός έλεγχος και η αυστηρή αξιολόγηση των κινεζικών πρακτικών συχνά εκλαμβάνονται ως πολιτικό εμπόδιο. Οι ηγεσίες και των δύο πλευρών οφείλουν να εξηγούν τις επιλογές τους, να δημοσιοποιούν τα κριτήρια στα οποία βασίζονται οι αποφάσεις τους και να αναζητούν λύσεις προτού οι διαφωνίες μετατραπούν σε ζητήματα γοήτρου. Η τακτική επικοινωνία μεταξύ επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων μπορεί να διατηρήσει μια βάση αμοιβαίας κατανόησης, με πλήρη σεβασμό της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ασφάλειας της γνώσης.

Από την πλευρά του, το Πεκίνο έχει λόγους να επιδιώκει μια σταθερή σχέση με την Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή αγορά, η ευρωπαϊκή τεχνογνωσία και η θεσμική επιρροή της Ένωσης διαθέτουν παγκόσμια βαρύτητα. Μια παραγωγική σχέση θα προσέφερε στην Κίνα πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, προβλεψιμότητα και ευκαιρίες συνεργασίας για την αντιμετώπιση παγκόσμιων προκλήσεων. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης, ωστόσο, απαιτεί απτά βήματα για την αντιμετώπιση των εμπορικών ανισορροπιών, των περιορισμών στις εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών και των όρων υπό τους οποίους δραστηριοποιούνται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η εμπιστοσύνη οικοδομείται μέσα από αποτελέσματα που διατηρούνται σε βάθος χρόνου.

Οι διεθνείς θεσμοί εξακολουθούν να αποτελούν ένα απαραίτητο πλαίσιο για αυτή την προσπάθεια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα έχουν κοινό συμφέρον να διατηρήσουν ένα λειτουργικό σύστημα εμπορικών κανόνων και να αποτρέψουν τον κατακερματισμό της παγκόσμιας οικονομίας σε κλειστά μπλοκ. Η μεταρρύθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που προκαλούνται από τις κρατικές επιδοτήσεις και η καθιέρωση προβλέψιμων διαδικασιών επίλυσης διαφορών πρέπει να αποτελούν μέρος μιας ουσιαστικής ατζέντας. Η πολυμέρεια αποκτά πραγματικό νόημα όταν οι ισχυρές χώρες αποδέχονται τους ίδιους κανόνες που ζητούν από τους άλλους να τηρούν.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική πρέπει να υπερβαίνει τον ορίζοντα του επόμενου εμπορικού κύκλου. Σε δέκα χρόνια, η βιομηχανική δομή, οι ανάγκες της πράσινης μετάβασης και οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης θα έχουν μεταβληθεί ριζικά. Η Ένωση πρέπει να επενδύσει από σήμερα στην εκπαίδευση, στην έρευνα, στις υποδομές και στις συνεργασίες με άλλες περιοχές της Ασίας, της Αφρικής και της αμερικανικής ηπείρου. Όσο ισχυρότερες είναι οι δικές της δυνατότητες, τόσο μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση θα διαθέτει για να συνεργάζεται με την Κίνα και να συμβάλλει στη διεθνή σταθερότητα.

Ο διάλογος μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου αποδεικνύει ότι η αντιπαράθεση δεν αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή για τις μεγάλες δυνάμεις. Η Ευρώπη πρέπει να αντλήσει τα δικά της συμπεράσματα, με γνώμονα τις δικές της ανάγκες. Οφείλει να προστατεύει την ασφάλεια και την παραγωγική της ισχύ, να απαιτεί αμοιβαιότητα, να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και να συνεργάζεται όπου τα συμφέροντα συγκλίνουν. Μια τέτοια προσέγγιση συνδυάζει την προσήλωση σε σταθερές αρχές με τη διπλωματική ευελιξία.

Ωστόσο, η ευθύνη της Ευρώπης υπερβαίνει τις διμερείς σχέσεις της με την Κίνα. Προϋποθέτει τακτική επικοινωνία μεταξύ Ευρώπης, Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και πρακτικές ρυθμίσεις που θα αποτρέπουν την κλιμάκωση των διεθνών κρίσεων. Σε μια εποχή ραγδαίων γεωπολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών μεταβολών, η σχέση των τριών πλευρών χρειάζεται σταθερούς θεσμικούς διαύλους επικοινωνίας, λειτουργικούς συμβιβασμούς και την πολιτική βούληση να αντιμετωπίζονται εγκαίρως οι αναδυόμενες διαφωνίες, με αμοιβαίο σεβασμό.

Η Ευρώπη μπορεί να διαδραματίσει έναν διακριτό και ουσιαστικό ρόλο σε αυτό το διαμορφούμενο διεθνές περιβάλλον.

Δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη διατλαντική της ταυτότητα και στην εποικοδομητική συνεργασία με την Κίνα. Ούτε πρέπει η στρατηγική αυτονομία να εκλαμβάνεται ως τήρηση ίσων αποστάσεων. Πρέπει να σημαίνει την ικανότητα της Ευρώπης να προσδιορίζει τα συμφέροντά της, να υπερασπίζεται τις αρχές της και να ενεργεί όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, παραμένοντας παράλληλα αξιόπιστος σύμμαχος και ανοιχτός συνομιλητής στη διπλωματία.

Σε αυτό ακριβώς έγκειται, τελικά, η ευθύνη της Ευρώπης για την παγκόσμια ασφάλεια. Μια ισχυρότερη Ευρώπη, με εμπιστοσύνη στις συμμαχίες της και στις δικές της δυνατότητες, μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των κινδύνων σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο από τον στρατηγικό ανταγωνισμό. Μπορεί να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο χωρίς να εγκαταλείπει τη διπλωματία, να προστατεύει την οικονομική της ασφάλεια χωρίς να υιοθετεί τον απομονωτισμό και να συνεργάζεται με την Κίνα χωρίς να παραβλέπει τις διαφορές που εξακολουθούν να υφίστανται.

Το μέλλον των σχέσεων Ευρώπης και Κίνας δεν θα κριθεί σε μία σύνοδο κορυφής ή σε έναν μεμονωμένο εμπορικό συμβιβασμό. Θα διαμορφωθεί μέσα από τη συνεχή προσπάθεια, τις σαφείς προτεραιότητες και την κοινή ευθύνη. Η Ευρώπη διαθέτει την ισχύ να επιδιώξει μια ισορροπημένη σχέση με την Κίνα και, μέσω αυτής, να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο σταθερής και συνεργατικής διεθνούς τάξης.

Για να το επιτύχει, η Ευρώπη πρέπει να ενεργήσει με ενότητα, διορατικότητα και εμπιστοσύνη στις ίδιες της τις δυνατότητες. Στόχος της δεν πρέπει να είναι απλώς να προσαρμόζεται σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται από τις αποφάσεις άλλων, αλλά να συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωσή του. Στο εξελισσόμενο τρίγωνο Ευρώπης, Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό δεν αποτελεί μόνο μια ευκαιρία για την Ευρώπη.

Αποτελεί ευθύνη της.

Δημήτρης Αβραμόπουλος
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.