Άρθρο στην εφημερίδα “ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ” με τίτλο: “Η διπλωματία των ισχυρών και η αμηχανία της Ευρώπης”, 5/11/2026

Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δείχνει ότι οι μεγάλες ανακατατάξεις σπάνια ανακοινώνονται με τυμπανοκρουσίες. Συνήθως συντελούνται σιωπηλά, σε συναντήσεις κορυφής όπου οι ισχυροί ορίζουν τους κανόνες και οι υπόλοιποι πληροφορούνται τα αποτελέσματα. Η επικείμενη συνάντηση των ηγετών της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου ανήκει, κατά πάσα πιθανότητα, σε αυτή την κατηγορία.

Οι δύο υπερδυνάμεις δεν έγιναν ξαφνικά φίλοι. Απλώς αντιλαμβάνονται ότι μια ανοιχτή αναμέτρηση θα κόστιζε και στις δύο περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν να αντέξουν. Γι’ αυτό προτιμούν να μετρούν τις δυνάμεις τους εκεί όπου η ζημιά είναι αναστρέψιμη: στους δασμούς, στα κρίσιμα ορυκτά, στους ημιαγωγούς, στον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών οδών. Η αντιπαλότητα δεν εξαφανίζεται· αλλάζει πεδίο.

Τίποτα, άλλωστε, δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Η σύγκρουση μιας ανερχόμενης με μια κατεστημένη δύναμη δεν αποτελεί φυσικό νόμο. Είναι ενδεχόμενο, που επιβεβαιώνεται ή διαψεύδεται από τη σύνεση εκείνων που κυβερνούν. Το ζητούμενο είναι αν στη θέση της σύνεσης θα βρεθεί η ψυχρή συναλλαγή, όπου μικρότεροι παίκτες, όπως η Ταϊβάν, μετατρέπονται σε νομίσματα ανταλλαγής.

Συμφωνίες τέτοιου τύπου έχουν ένα εγγενές ελάττωμα: δεμένες με συγκεκριμένους ηγέτες, κινδυνεύουν να καταρρεύσουν μόλις αλλάξουν οι ένοικοι των προεδρικών μεγάρων. Η σταθερότητα που υπόσχονται είναι συχνά δανεική.

Για τη χώρα μας, η ύφεση των εντάσεων έχει απτά οφέλη. Ένα έθνος που ζει από τη θάλασσα και το διεθνές εμπόριο ευνοείται όταν οι μεγάλοι αγοραστές και πωλητές του πλανήτη παύουν να υψώνουν τείχη. Η Ελλάδα μπορεί να παραμένει σταθερός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών και ταυτόχρονα αξιόπιστος οικονομικός συνομιλητής της Ασίας. Η ισορροπία αυτή απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, όχι διλήμματα.

Το μεγάλο ερώτημα αφορά την Ευρώπη. Η ήπειρος που γέννησε τη σύγχρονη διπλωματία παρακολουθεί τις εξελίξεις από τη θέση του σχολιαστή. Όταν η Αμερική, η Κίνα και η Ρωσία συζητούν για το μέλλον του κόσμου, οι Ευρωπαίοι συχνά μαθαίνουν τις αποφάσεις από τα πρακτορεία ειδήσεων. Η οικονομική μας δύναμη δεν μεταφράζεται σε πολιτικό βάρος, γιατί δεν συνοδεύεται από κοινή βούληση.

Από τη θητεία μου στην Κομισιόν έμαθα ότι η Ένωση προχωρά όταν η ανάγκη γίνεται πιεστική. Έτσι οικοδομήθηκε η συνεργασία μας απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία, με θεσμούς που σήμερα θεωρούνται αυτονόητοι. Η ίδια αποφασιστικότητα χρειάζεται τώρα στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογική αυτονομία και στην εξωτερική πολιτική, όπου η ομοφωνία έχει μετατραπεί σε δικαίωμα αρνησικυρίας του καθενός.

Ο κόσμος που διαμορφώνεται δεν θα περιμένει την Ευρώπη να λύσει τις εσωτερικές της αμφιβολίες. Οι μεγάλες δυνάμεις σέβονται μόνο όσους μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Αν οι Ευρωπαίοι επιμείνουν στη διστακτικότητα, κάποιοι άλλοι θα αποφασίσουν για τα σύνορα, την ασφάλεια και την ευημερία τους. Και τότε οι διαμαρτυρίες θα ακούγονται πολύ αργά.

Η επιλογή είναι απλή, αν και καθόλου εύκολη: ή θα γίνουμε συνδιαμορφωτές της νέας εποχής ή θα την υποστούμε. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Η ιστορία σπάνια δίνει δεύτερη ευκαιρία σε όσους δίστασαν τη στιγμή που έπρεπε να τολμήσουν.

Δημήτρης Αβραμόπουλος
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.