
Η διαπραγμάτευση για τον προυπολογισμό της Ευρωπαικής Ένωσης την περίοδο 2028-2034 δεν είναι μια τεχνική συζήτηση για αριθμούς και κονδύλια.
Είναι μια πολιτική δοκιμασία που αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της Ευρώπης και θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: θέλουμε μια Ένωση που δρα από κοινού ή μια Ευρώπη περιορισμένη στις εθνικές της περιχαρακώσεις;
Η Ευρωπαική Επιτροπή πρότεινε προϋπολογισμό σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, περίπου 1,26% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Η πρόταση της ιρλανδικής προεδρίας τον περιόρισε στο 1,62 τρισ., χωρίς να γεφυρώσει τις διαφωνίες.
Οι καθαροί συνεισφέροντες ζητούν μικρότερες δαπάνες και εισφορές, ενώ οι χώρες που στηρίζονται περισσότερο στην πολιτική συνοχής και στην αγροτική πολιτική αντιδρούν στις περικοπές.
Παράλληλα, συγκρούονται οι προτεραιότητες: γεωργία και περιφερειακή ανάπτυξη ή άμυνα, έρευνα, τεχνολογία και ανταγωνιστικότητα;
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα των νέων ευρωπαϊκών πόρων, καθώς πολλές κυβερνήσεις δεν θέλουν να μεταφέρουν φορολογικές αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες.
Ειδικά στον τομέα της άμυνας, οι υπέρογκες δαπάνες άρχισαν ήδη να επιφέρουν, όπως έγκαιρα είχαμε επισημάνει, επιπτώσεις στην κοινωνική πολιτική.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι αναγκαία. Δεν μπορεί, όμως, να προχωρά με τίμημα την υποχώρηση της κοινωνικής προστασίας, τη συρρίκνωση των πολιτικών συνοχής ή τη μετακύλιση του κόστους στους πολίτες. Η ασφάλεια της Ευρώπης δεν είναι μόνο στρατιωτική· είναι και κοινωνική.
Για μια ακόμη φορά αμφισβητούνται στην πράξη οι αρχές της αλληλεγγύης και της ευθύνης, θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Την ίδια στιγμή, τα περισσότερα κράτη μοιάζουν να επιστρέφουν πίσω από τα εθνικά τους σύνορα, αναζητώντας απαντήσεις αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.
Όμως η εποχή μας δεν επιτρέπει σε κανένα κράτος να αντιμετωπίσει μόνο του τις μεγάλες προκλήσεις.
Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη αντίφαση: έχουμε κοινό νόμισμα, αλλά εξακολουθούμε να αδυνατούμε να χαράξουμε και να εφαρμόσουμε μια συνεκτική κοινή οικονομική πολιτική.
Οι αποφάσεις για τον προϋπολογισμό απαιτούν ομοφωνία και συχνά καταλήγουν σε παζάρι εθνικών ισοζυγίων, αντί σε κοινό σχεδιασμό.
Έτσι, η Ευρώπη δυσκολεύεται να μετατρέψει τις διακηρύξεις της για ασφάλεια, ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα σε συγκεκριμένα μέσα και δράσεις.
Η φετινή διαπραγμάτευση αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην πορεία αποδυνάμωσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Είναι, επομένως, ώρες ευθύνης για την πολιτική ηγεσία της Ένωσης και κυρίως για τους ηγέτες των μεγαλύτερων κρατών-μελών.
Από τη δική τους στάση θα εξαρτηθεί αν θα επικρατήσει η στενή λογική του εθνικού κόστους ή η διορατική επιλογή της κοινής επένδυσης.
Για την Ελλάδα, ο προϋπολογισμός συνδέεται άμεσα με τη συνοχή, την αγροτική παραγωγή, τις υποδομές και τις αναπτυξιακές δυνατότητες των περιφερειών και των νησιών μας.
Η προσδοκία μας είναι να προστατευθούν οι πολιτικές που μειώνουν τις ανισότητες και να διασφαλιστεί η δίκαιη συμμετοχή της χώρας στις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια ισχυρή Ευρώπη· όμως η αλληλεγγύη, η κοινή ευθύνη και η πολιτική βούληση που απαιτούνται για να οικοδομηθεί δεν διαφαίνονται αυτή την περίοδο.
