
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και γεωπολιτικής ρευστότητας. Η κρίση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ισραήλ και στο Ιράν δεν αφορά μόνο τις άμεσα εμπλεκόμενες χώρες. Αλλάζει συνολικά την ισορροπία δυνάμεων, επηρεάζει κρίσιμες θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές ροές, δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των οικονομιών και επαναφέρει στο προσκήνιο τον ρόλο κρατών που βρίσκονται στο γεωπολιτικό σταυροδρόμι της περιοχής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα και η Κύπρος αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μια μακρινή γεωγραφική αναφορά. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και αναπόσπαστο μέρος του ευρύτερου στρατηγικού χώρου του Ελληνισμού. Η στήριξη της Ελλάδας προς την Κύπρο δεν αποτελεί επιλογή συγκυρίας. Είναι ιστορική, πολιτική και στρατηγική ευθύνη, θεσμική επιταγή και σταθερός άξονας της εθνικής μας συνέχειας.
Η πρόσφατη κινητικότητα της Ελλάδας για την ενίσχυση της ασφάλειας στην περιοχή, με την παρουσία ναυτικών και αεροπορικών μέσων, δεν έχει επιθετικό χαρακτήρα. Στόχος είναι η ενίσχυση της αποτροπής και η αποφυγή περαιτέρω κλιμάκωσης. Η αποτροπή λειτουργεί όταν είναι σαφής, μετρημένη και ενταγμένη σε αμυντικό σχεδιασμό, όχι όταν παρερμηνεύεται ως επίδειξη ισχύος. Το μήνυμα οφείλει να είναι καθαρό: προστασία, σταθερότητα, αποφυγή εμπλοκής σε επιθετικές επιχειρήσεις. Όταν η περιοχή βρίσκεται σε υψηλή ένταση, ο ρόλος της Ελλάδας δεν είναι να επιβαρύνει τη φωτιά, αλλά να συμβάλει στη συγκράτησή της, κρατώντας ασφαλή τον χώρο μας και θωρακίζοντας την Κύπρο.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Τουρκία παρακολουθεί τις εξελίξεις με προσοχή και σχετική αμηχανία. Η επίσημη αντίδραση της Άγκυρας παραμένει συγκρατημένη, αν και σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης διατυπώνονται αιτιάσεις ότι η ενίσχυση της αμυντικής «ομπρέλας» από την Κάρπαθο έως την Κύπρο δημιουργεί πίεση προς την Τουρκία ή την κάνει να «ασφυκτιά». Αυτές οι αναγνώσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι άμεση εμπλοκή σε κρίση τέτοιου μεγέθους θα είχε σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κόστος. Ταυτόχρονα, όμως, θα επιδιώξει να αξιοποιήσει το νέο περιβάλλον για να ενισχύσει τη γεωπολιτική της χρησιμότητα, να εμφανιστεί ως παίκτης που συνομιλεί με όλες τις πλευρές και, αν παρουσιαστεί παράθυρο, να προσφέρει «υπηρεσίες» διαμεσολάβησης, όπως επιχειρεί και σε άλλες κρίσεις. Είναι μια γνώριμη τουρκική πρακτική: μετατροπή της αβεβαιότητας σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο.
Παράλληλα, η ίδια η κρίση δείχνει να διευρύνεται. Η πληροφορία για απόπειρα ιρανικού πυραυλικού πλήγμα τος στην Τουρκία, ανεξάρτητα από τον βαθμό επιβεβαίωσης, υπογραμμίζει ότι η ένταση μπορεί να αγγίξει και νατοϊκό έδαφος. Σε μια τέτοια συν θήκη ενισχύεται αναπόφευκτα ο ρόλος του ΝΑΤΟ στην αποτροπή, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως πόλεμο Ιράν-Τουρκίας. Η πραγματικότητα όμως είναι μία: οι γραμμές ευθύνης, αποτροπής και συμμαχικών αντανακλαστικών βαθαίνουν. Και όταν οι γραμμές βαθαίνουν, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται, όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού: η διεθνής κοινότητα κινείται σε αχαρτογράφητο τοπίο. Το κεντρικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιο είναι το σχέδιο για την επόμενη μέρα στο Ιράν. Η Ιστορία διδάσκει ότι δεν αρκεί να ξεκινήσεις μια στρατιωτική σύγκρουση, πρέπει να γνωρίζεις και πώς θα τη λήξεις. Από την Κορέα και το Βιετνάμ έως το Ιράκ και το Αφγανιστάν, οι μεγάλες αποτυχίες γεννήθηκαν από την απουσία πολιτικού σχεδίου, από την αντιφατική στοχοθεσία και από την υπερεκτίμηση της στρατιωτικής λύσης. Στην περίπτωση του Ιράν, η πλήρης κατάρρευση του καθεστώτος θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη χωρίς εσωτερική διάσπαση ή άμεση στρατιωτική παρουσία ξένων δυνάμεων, κάτι πολιτικά τοξικό και στρατηγικά επικίνδυνο. Πιο πιθανή επιδίωξη, σε μια ρεαλιστική ανάγνωση, είναι ένα αποδυναμωμένο καθεστώς που θα οδηγηθεί σε διαπραγμάτευση, όχι μια «καθαρή» αλλαγή καθεστώτος. Η ασάφεια στόχου, όμως, είναι από μόνη της παράγοντας κλιμάκωσης.
Οι επιπτώσεις μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης θα ήταν πολλαπλές. Ένα ενεργειακό σοκ, ιδίως αν επηρεαστούν κρίσιμα σημεία όπως τα Στενά του Ορμούζ, θα προκαλούσε αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία. Η Ευρώπη θα βρισκόταν αντιμέτωπη με αυξημένες τιμές ενέργειας, νέο πληθωριστικό κύμα, πίεση στη βιομηχανία και δοκιμασία της κοινωνικής συνοχής. Για την Ελλάδα οι συνέπειες θα ήταν άμεσες: ακριβότερα καύσιμα και ρεύμα, αύξηση κόστους μεταφορών και παραγωγής, πιέσεις στον τουρισμό, που είναι ευαίσθητο προϊόν και πυλώνας της οικονομίας μας. Η ναυτιλία θα αντιμετωπίσει αυξημένο ρίσκο και ασφάλιστρα, αν και σε ορισμένες γραμμές μπορεί να υπάρξει άνοδος ναύλων. Και μέσα σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία, υπάρχει και μια στρατηγική διάσταση που δεν πρέπει να αγνοηθεί: ενισχύεται ο ρόλος της Ελλάδας ως εναλλακτικού ενεργειακού και στρατηγικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που πρέπει να αξιοποιήσουμε με σοβαρότητα, σχέδιο και συνέπεια.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η διάσταση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών. Κάθε φορά που καταρρέει μια χώρα, τα ρεύματα εντείνονται. Αν -ο μη γένοιτο- υπάρξει διάλυση στο Ιράν, οι επιπτώσεις θα είναι βαριές και πολλοί θα κινηθούν προς την Ευρώπη, επιβαρύνοντας και την Τουρκία και την Ελλάδα ως χώρες εισόδου. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη διαθέτει σήμερα μια πραγματικά συνεκτική πολιτική για να διαχειριστεί μια τέτοια πρόκληση, πέρα από αποσπασματικές αντιδράσεις.
Σε αυτήν τη συγκυρία, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί με νηφαλιότητα και αποφασιστικότητα. Να στηρίζει την Κύπρο με πλήρη πολιτική και διπλωματική κάλυψη, να αναδεικνύει σταθερά ότι η ασφάλεια της Κύπρου είναι ευρωπαϊκό ζήτημα και όχι διμερές πρόβλημα, να κινητοποιεί ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς, να ενισχύει την αποτροπή με μέτρο και καθαρό αμυντικό προσανατολισμό και ταυτόχρονα να ενδυναμώνει την ανθεκτικότητά της: οικονομική, ενεργειακή, κοινωνική και θεσμική. Σε έναν κόσμο όπου τα γεγονότα συχνά προηγούνται των σχεδίων, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα μιας χώρας δεν είναι μόνο η ισχύς της, αλλά η ικανότητά της να διαβάζει σωστά τις εξελίξεις και να ενεργεί με στρατηγική προνοητικότητα.
