Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή υψηλής γεωπολιτικής σημασίας, όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς και οι εντάσεις μπορούν εύκολα να επηρεάσουν το περιβάλλον ασφάλειας. Σε τέτοιες συνθήκες, η χώρα μας οφείλει να ενεργεί με ψυχραιμία, αυτοπεποίθηση και στρατηγική συνέπεια.
Δεν χρειάζονται υπερβολές, φοβικά σύνδρομα ή αντιδράσεις πανικού. Χρειάζεται σοβαρή αξιολόγηση των δεδομένων, σταθερή προσήλωση στις εθνικές θέσεις και εμπιστοσύνη στους θεσμικούς μηχανισμούς της εθνικής άμυνας.
Η πρόσφατη συζήτηση γύρω από τις συστοιχίες Patriot ανέδειξε την ανάγκη να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα άμυνας με θεσμική σοβαρότητα και όχι με αποσπασματικές ερμηνείες. Η εγκατάστασή τους στην Κάρπαθο έγινε υπό ειδικές και κρίσιμες συνθήκες, όταν είχε εκτιμηθεί ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν απειλές κατά νατοϊκών ή αμερικανικών εγκαταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή, κυρίως λόγω της έντασης με το Ιράν.
Όταν οι λόγοι αυτοί εξέλιπαν, ήταν φυσικό οι συστοιχίες να επανέλθουν εκεί όπου προβλέπει ο συνολικός αμυντικός σχεδιασμός. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για εγκατάλειψη ενός νησιού ούτε για αποδυνάμωση της άμυνας του Αιγαίου. Τα συστήματα Patriot δεν λειτουργούν με λογική τοπικής παρουσίας σε κάθε νησί, αλλά ως μέρος μιας ενιαίας αμυντικής ομπρέλας.
Η Ελλάδα δεν διαθέτει απεριόριστο αριθμό τέτοιων συστημάτων. Γι’ αυτό και η αξιοποίησή τους πρέπει να γίνεται με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες, τις εισηγήσεις των Επιτελείων και τον συνολικό σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Οι Patriot, αν και εντάσσονται στο ευρύτερο συμμαχικό πλαίσιο, είναι ελληνικά αμυντικά συστήματα. Η χρήση τους πρέπει να υπηρετεί πρωτίστως τους εθνικούς αμυντικούς σχεδιασμούς. Η εθνική άμυνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο εντυπώσεων. Απαιτεί γνώση, σοβαρότητα, θεσμική συνέχεια και εμπιστοσύνη στις Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες έχουν την ευθύνη να εισηγούνται και να καθοδηγούν την Πολιτεία στη λήψη των ορθών αποφάσεων.
Στο ίδιο πνεύμα πρέπει να αντιμετωπίζονται και οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά. Η Ελλάδα διαχρονικά υπερασπίζεται τον διάλογο ως τον μόνο ρεαλιστικό δρόμο για την αντιμετώπιση διαφορών και εντάσεων. Όταν δύο χώρες φθάνουν σε υψηλό επίπεδο έντασης, οι επιλογές είναι ουσιαστικά δύο: διάλογος ή σύγκρουση.
Η Ελλάδα ορθώς επιλέγει τον διάλογο. Όχι όμως έναν διάλογο αδυναμίας ή υποχωρήσεων, αλλά έναν διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου, του αμοιβαίου σεβασμού και της πλήρους προστασίας της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της.
Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή η διάκριση ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα. Η εθνική κυριαρχία αφορά τον εθνικό εναέριο και θαλάσσιο χώρο. Τα κυριαρχικά δικαιώματα αφορούν κυρίως την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, δηλαδή τις θαλάσσιες ζώνες όπου η χώρα ασκεί δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Οι ελληνικές θέσεις έχουν κατατεθεί επισήμως στους διεθνείς οργανισμούς, ιδίως στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, και αποτελούν πάγιες εθνικές θέσεις. Η Τουρκία, από την πλευρά της, δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η Ελλάδα θα επιθυμούσε να υπάρχει μια κοινή νομική βάση αναφοράς, ώστε οι συζητήσεις να διεξάγονται με σαφείς κανόνες.
Όταν οι χώρες έχουν διαφορετική αντίληψη για τα κυριαρχικά δικαιώματα, οι λύσεις βρίσκονται είτε μέσω διαλόγου είτε μέσω διεθνούς δικαιοσύνης. Αυτός είναι ο δρόμος της υπευθυνότητας.
Οι πρόσφατες αναφορές στην πιθανή νομοθετική κατοχύρωση από την Τουρκία του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» πρέπει να αξιολογηθούν με προσοχή. Ένας εσωτερικός νόμος της Τουρκίας δεν παράγει διεθνή κυριαρχία και δεν μπορεί να δεσμεύσει την Ελλάδα. Είναι εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας.
Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις επηρεάζουν το κλίμα, την ατμόσφαιρα και την ψυχολογία των διμερών σχέσεων. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη μορφή νομικής και διπλωματικής αντιπαράθεσης, η οποία δεν πρέπει να υποτιμάται, αλλά ούτε και να αντιμετωπίζεται με πανικό.
Το ίδιο ισχύει και για το casus belli. Πρόκειται για μια παρωχημένη και ουσιαστικά άχρηστη απειλή, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο ψυχολογικής πίεσης παρά ως πραγματικό διπλωματικό μέσο. Η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκλωβίζεται σε τέτοιες λογικές. Οφείλει να παραμένει σταθερή, σοβαρή και έτοιμη να αντιδράσει όταν υπάρχουν επίσημες πράξεις ή θέσεις που θίγουν τα εθνικά της συμφέροντα.
Η απάντηση της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι ούτε ο φόβος ούτε η υπερβολή. Η χώρα διαθέτει ισχυρό αμυντικό σύστημα, αξιόπιστες Ένοπλες Δυνάμεις, διεθνείς συμμαχίες και σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Είναι παράγοντας ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ευρύτερη περιοχή.
Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι ψυχραιμία, αυτοπεποίθηση και στρατηγική καθαρότητα. Η Ελλάδα δεν επιλέγει την αντιπαράθεση. Επιλέγει τον διάλογο. Αλλά τον επιλέγει από θέση ισχύος, με πλήρη επίγνωση των δικαιωμάτων της και με ακλόνητη προσήλωση στην υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
