Ομιλία στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet του Πανεπιστημίου Αθηνών, 30/10/2017

Print Friendly, PDF & Email
Ημερομηνία: 
1 Νοε 2017
  • Αβραμόπουλος Avramopoulos
  • Αβραμόπουλος Avramopoulos

Video: https://youtu.be/yZ5JJXylPHY

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον καθηγητή  Κύριο Βαληνάκη για το καλωσόρισμά του. Είναι ξεχωριστή χαρά για εμένα να βρίσκομαι ανάμεσά σας και να μου δίνεται η ευκαιρία όχι μόνο να σας ενημερώσω σχετικά με τις σύχρονες μεταναστευτικές προκλήσεις, αλλά και να απαντήσω σε κάποια από τα ερωτήματά σας.

Όπως ελέχθη και από τον Κο Βαληνάκη, το μεταναστευτικό δεν είναι ένα ζήτημα που απλώς τίθεται λόγω εποχής. Πιστεύω ότι ήλθε για να μείνει για πάρα πολλά χρόνια. Και τόσο η χώρα μας, όσο και η Ευρώπη, αλλά και η παγκόσμια κοινότητα, πρέπει να είναι καλύτερα οργανωμένες για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.

Σας θυμίζω ότι αυτή τη στιγμή 70 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως είναι πρόσφυγες και περίπου 260 εκατομμύρια μετανάστες, οι οποίοι αναζητούν ένα καθεστώς νόμιμης παρουσίας στις χώρες που επέλεξαν.

Οι λόγοι που προκάλεσαν το φαινόμενο αυτό είναι γνωστοί. Δεν πρόκειται για τη μετανάστευση, όπως τη γνώρισε παλαιότερα η Ευρώπη ή ακόμη και η Ελλάδα. Πόλεμοι, δικτατορίες, διώξεις, φτώχεια, περιβαλλοντικές αλλαγές ωθούν  τους ανθρώπους να αναζητούν ασφαλείς δρόμους. Και η Ευρώπη είναι ίσως ο πιο προσφιλής προορισμός. 

Ξεκινώντας θα ήθελα να σας πω ότι όταν ξέσπασε το πρώτο μεταναστευτικό κύμα, η Ευρώπη ήταν εντελώς απροετοίμαστη. Δεν είχε καν μεταναστευτική πολιτική. Κάποιες από τις χώρες είχαν εμπειρία, διότι δέχονταν μετανάστες, κυρίως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όμως, κυρίως έστελναν μετανάστες στο εξωτερικό, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, (στην Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά και αλλού).

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνέλθει η Ευρώπη από το πρώτο αυτό κύμα. Οι εικόνες του 2015 είναι ακόμα στη μνήμη μας. 

Πράγματι, το 2014 ο Πρόεδρος Γιούνκερ αποφάσισε να συστήσει το χαρτοφυλάκιο μετανάστευσης, εσωτερικών υποθέσεων και ιθαγένειας, φαινομένων που αυτό τον καιρό αποτελούν πρόκληση για τον κόσμο και για την Ευρώπη.

Από την πρώτη στιγμή, αναλάβαμε την ευθύνη μαζί με τους συνεργάτες μου  να χτίσουμε τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης. Και μέσα σε λίγους μήνες καταφέραμε η Ευρώπη να υιοθετήσει την ευρωπαϊκή ατζέντα για τη μετανάστευση, όπως παράλληλα και την ευρωπαϊκή ατζέντα για την ασφάλεια. Πάνω σε αυτή τη βάση ακολούθησαν πολλά από τα σχήματα που ήδη γνωρίζετε: της μετεγκατάστασης, του άσυλου και άλλων πρωτοβουλιών που είναι αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη. 

Η Ελλάδα, όπως και η Ιταλία, ήταν χώρες πρώτης υποδοχής. Και οι δύο χώρες, στην αρχή αιφνιδιάστηκαν. Κατάφεραν με τη βοήθεια της ΕΕ να ορθοποδήσουν, και σήμερα η κατάσταση είναι περισσότερο ελέγξιμη από ότι παλαιότερα. Βοήθησε σε μεγάλο βαθμό, ειδικότερα την Ελλάδα, η δήλωση ΕΕ-Τουρκίας. Κι επειδή εύκολα γράφονται και ακούγονται πολλά, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι η συμφωνία αυτή δεν είναι διεθνής συμφωνία  με βάση το διεθνές δίκαιο, άλλα μια δήλωση που τηρείται και εφαρμόζεται ακόμα και τώρα από πλευράς της Τουρκίας, παρά τα όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο διάστημα, όπως οι δυσμενείς σχέσεις με κάποιες ευρωπαϊκές χώρες και το αποτυχημένο πραξικόπημα. Η συνεννόηση αυτή πρέπει να κρατηθεί ζωντανή.  Οι ροές έχουν μειωθεί δραστικά, σε κατά μέσο όρο 70 με 80 άτομα ημερησίως, ενώ πριν δυο χρόνια περίπου 10 με 15 χιλιάδες άτομα διέσχιζαν καθημερινά τα σύνορά μας.

Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, προσωπικό μου στοίχημα ήδη από το πρώτο εξάμηνο του 2015 και σημερινή πραγματικότητα, έχει φέρει θετικά αποτελέσματα. Περίπου 1700 στελέχη αυτού του καθαρά ευρωπαϊκού οργάνου, έχουν τοποθετηθεί στα σύνορα της Ελλάδος με την Τουρκία, στην Ιταλία, την Ισπανία, ακόμα και στη γειτονική Βουλγαρία. Σας υπενθυμίζω ότι οι αδίστακτοι διακινητές, όταν βρίσκονται υπό πίεση, διοχετεύουν τα ρεύματα των ανθρώπων προς άλλες κατευθύνσεις. Η Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή έχει τεθεί ήδη σε πλήρη λειτουργία. Χρειάζεται, όμως, επιπλέον ενίσχυση. Έχω, κατά καιρούς, κάνει έκκληση στα κράτη μέλη να ενισχύσουν  την Συνοριοφυλακή με προσωπικό, χρηματοδότηση  και μέσα.

Όταν συζητούσαμε σχετικά με τη διατήρηση των ευρωπαϊκών συνόρων στο παρελθόν, τα δεδομένα δεν ήταν τα ίδια. Όλα αυτά, στα οποία αναφέρθηκα, προέκυψαν από το 2015 και μετά. Στόχος είναι να βρεθούν ευρωπαϊκές λύσεις σε αυτό το μείζον ευρωπαϊκό πρόβλημα. 

Επιπλέον, προωθούμε πρωτοβουλίες για την αναδιαμόρφωση του ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος άσυλου, κάτι το οποίο δε διέθετε η Ευρώπη. Επικρατούσε η Συνθήκη του Δουβλίνου, που επιβάρυνε με άδικο τρόπο τις χώρες εισόδου. Τώρα προχωρούμε προς μια βαθειά τομή με στόχο την μεταρρύθμιση της συνθήκης του Δουβλίνου. Δυστυχώς αυτό δεν είναι εύκολο, καθώς χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά είναι δύσκολο να αντιληφθούν το μέγεθος του προβλήματος για τον ευρωπαϊκό Νότο. Αυτή όμως είναι η αποστολή της ευρωπαϊκής επιτροπής: να φέρει κοντά ακόμα και αντικρουόμενες απόψεις, να συνθέσει, ώστε στο τέλος να υιοθετηθεί ένα ευρωπαϊκό σύστημα άσυλου, κάτι που είμαι βέβαιος ότι θα επιτύχουμε. Πιστεύω δε, ότι ως το τέλος του έτους θα έχουμε λάβει τα πρώτα θετικά μηνύματα, ώστε ως  το 2020 η Ευρώπη να έχει το δικό της σύστημα άσυλου. Βεβαίως ήδη υπάρχει Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, με έδρα τη Μάλτα, όμως ο ρόλος της τώρα αναβαθμίζεται με βάση τα νέα δεδομένα. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες υπηρεσίες της επιτροπής.

Πάντα το ζητούμενο της χώρας μας, και αυτό είναι κάτι που γνωρίζω και ως πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδος, ήταν να ταυτιστούν τα ευρωπαϊκά σύνορα με τα ελληνικά. Αυτό ήταν αδύνατο. Όταν ξέσπασε η προσφυγική κρίση, απαντήσαμε στην ανάγκη διαχείρισης  αυτού του φαινόμενου με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακης και Ακτοφυλακής. Αρχικά, στην Ελλάδα υπήρξαν αντιδράσεις από πολιτικά κόμματα στις πρώτες δηλώσεις μου για την Συνοριοφυλακη, καθώς ορισμένοι υποστήριζαν ότι με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα εκχωρεί ένα μέρος της εθνικής της κυριαρχίας σε ένα ευρωπαϊκό όργανο.  Έπρεπε, λοιπόν, να καταστεί ξεκάθαρο ότι αυτό είχε να κάνει με ένα πάγιο ζητούμενο της χώρας, την ταύτιση των ελληνικών συνόρων με τα ευρωπαϊκά.

Θα ήθελα να αναφερθώ σε κάτι που έχει να κάνει γενικότερα με την ευρωπαϊκή πολιτική. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, γνωρίζετε πολύ καλά πώς ξεκίνησε η Ευρώπη, που βρίσκεται και ποια υπαρξιακά προβλήματα αντιμετωπίζει. Ένας από τους λόγους, όμως, που δεν προωθούνται με ταχύτατους ρυθμούς ολοκληρωμένες ευρωπαϊκές πολιτικές,  είναι γιατί το βαθύ κράτος εξακολουθεί να ανθίσταται. Φοβάται να εκχωρήσει μέρος των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών του σε ένα κεντρικό ευρωπαϊκό όργανο.  Είναι δύσκολο, όμως ευελπιστούμε ότι θα φτάσουμε στο σημείο όπου η Ευρώπη θα λειτούργει σε ομοσπονδιακή βάση. Το βλέπουμε και στα θέματα ασφαλείας, πόσο δύσκολο είναι να πειστούν τα κράτη να συνεργάζονται. Δεν εμπιστεύονται το ένα το άλλο.  Βρισκόμαστε όμως μπροστά από μια τέτοια ανάγκη. Πρέπει αυτό το φαινόμενο να αντιμετωπιστεί. Και έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες και υπό την δική μου ευθύνη. 

Η σημερινή πρωτοβουλία είναι πολύ σημαντική. Είμαι βέβαιος ότι μέσα από τη συζήτηση που θα ακολουθήσει  και τις ερωτήσεις σας, θα κατανοήσετε περισσότερο αυτό το κρίσιμο ζήτημα, το πόσο θα διαρκέσει στο μέλλον και πόσο καλύτερα προετοιμασμένοι θα πρέπει να είμαστε. Γιατί πράγματι πρόκειται για μια μεγάλη πρόκληση. 

Είναι όμως και μια ευκαιρία η μετανάστευση. Ναι μεν έχει τροφοδοτήσει λαϊκιστικά και εθνικιστικά κινήματα στην Ευρώπη που αμφισβητούν την Ευρώπη και τις βασικές τις αρχές της υπευθυνότητας και της αλληλεγγύης, που δεν είναι μόνον άυλες ηθικές έννοιες, αλλά και νομικά δεσμευτικές, καθώς διατυπώνονται με σαφήνεια 17 φορές στα ιδρυτικά κείμενα της Ένωσης. Γι' αυτό και στέλνουμε συνεχώς μηνύματα σε χώρες όπως η ομάδα Βίσεγκραντ, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί μια συμπεριφορά ανυπακοής κυρίως σε ο, τι άφορα την εφαρμογή του σχήματος της μετεγκατάστασης.  

Η μετανάστευση, όμως, θα πρέπει να ειδωθεί και από ένα άλλο φίλτρο: ως μια ευκαιρία για την ευρωπαϊκή αγορά και οικονομία. Η Ευρώπη θα έχει ανάγκη από μεγάλο αριθμό μεταναστών για την πρόοδο και την ευημερία της. Θα πρέπει λοιπόν όλοι μας να συμβάλλουμε ώστε να γίνει κατανοητό ότι αυτό το φαινόμενο το οποίο ζούμε αυτόν τον καιρό, αυτή η πρόκληση, είναι συγχρόνως και μια ευκαιρία, φτάνει να χαραχθεί μια ευρωπαϊκή πολιτική που να στηρίζεται στις αρχές του δικαίου αλλά και να επιδεικνύει συγχρόνως τον απαιτούμενο σεβασμό απέναντι στους πρόσφυγες, παράλληλα στέλνοντας το μήνυμα στους παράτυπους μετανάστες ότι τα σύνορα της Ευρώπης είναι ανοιχτά, αρκεί να ακολουθήσουν νόμιμους διαύλους, σύμφωνα με τις αρχές της νόμιμης μετανάστευσης. 

Έξαλλου, η συνθήκη της Γενεύης είναι σαφής. Τα κράτη μέλη που έχουν συγκληθεί σε αυτή τη σύμβαση υποχρεούνται να έχουν τις πόρτες ανοιχτές για όσους δικαιούνται διεθνούς προστασίας. Την απόφαση για τη χορήγηση ή μη ασύλου έχουν αναλάβει υπηρεσίες της ΕΕ που εκπροσωπούνται στα ευαίσθητα σημεία εισόδου από τα hotspots, τα οποία δεν είναι κέντρα κράτησης, αλλά υπηρεσίες της Ευρωπόλ, της Εurodac, της  EASO και των εθνικών αρχών που αξιολογούν τις διάφορες περιπτώσεις που παρουσιάζονται ώστε να αποφασιστεί ποιοι έχουν δικαίωμα χορήγησης άσυλου και ποιοι θα πρέπει να επιστραφούν. Δυστυχώς οι επιστροφές δεν υπήρξαν μέχρι τώρα ιδιαίτερα αποτελεσματικές. Την αποστολή αυτή  έχει αναλάβει η Συνοριοφυλακη. 

Επιτρέψτε μου μια τελευταία παρατήρηση: όλα αυτά που συμβαίνουν έχουν άμεση σχέση και με την Ελλάδα στο γεωστρατηγικά ευαίσθητο σημείο που βρίσκεται, καθώς έχουν να κάνουν με γεωπολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων χρόνων. Η αστάθεια που κυριαρχεί στη βόρειο Αφρική, στη μέση ανατολή και σε ένα κομμάτι των συνόρων της Ευρασίας θα αποτελούν διαρκώς μια μόνιμη εστία, που μπορεί να οδηγήσει σε νέα προσφυγικά και μεταναστευτικά ρεύματα. Γι' αυτό επεσήμανα στην αρχή την ανάγκη η Ευρώπη να είναι καλύτερα προετοιμασμένη.  

Η χώρα μας, και δε σας κρύβω ότι όταν μου δίνεται η ευκαιρία αυτό το προβάλλω,  επέδειξε, παρά τις οργανωτικές της αδυναμίες και τις διοικητικές της ανεπάρκειες στο ξεκίνημα αυτής της κρίσης, ανθρωπισμό και ευαισθησία. Αυτό είναι κάτι το οποίο έχει τύχει αναγνώρισης από ολόκληρη την Ευρώπη.

Το ζήτημα της μετανάστευσης δεν είναι πλέον περιφερειακό, δεν είναι ευρωπαϊκό. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Πριν από ενάμιση χρόνο, σε συνάντηση μου με τον ΓΓ του ΟΗΕ, είχα εισηγηθεί τη σύγκληση μιας έκτακτης γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ για το θέμα της μετανάστευσης, το οποίο πράγματι συνέβη καθώς και ο ίδιος ο ΓΓ είχε αντιληφθεί ότι το ζήτημα της μετανάστευσης έχει πάρει παγκόσμιες διαστάσεις και χρειάζεται παγκόσμια αντιμετώπιση. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν γίνει πολλά και θα ήθελα στο σημείο αυτό να εξάρω για ακόμα μια φόρα το ρόλο των Ηνωμένων Εθνών, της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης που συνεργάζεται και με άλλους παγκόσμιους παράγοντες όπως η ΕΕ και οι εθνικές αρχές. 

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα χαρακτηρίζει την εποχή μας ως την εποχή της ανθρώπινης κινητικότητας, για τους λόγους στους οποίους αναφέρθηκα στην αρχή της ομιλίας μου. Πρέπει, επομένως, η παγκόσμια κοινότητα, η ΕΕ αλλά και όλα τα κράτη να είναι καλύτερα οργανωμένα, και η πολιτική και στρατηγική τους πρέπει να στηρίζεται πάνω σε αρχές και αξίες. Γιατί αυτές οι αξίες είναι που τίθενται σε αμφισβήτηση από όσους μέσα από εσωτερικές πολιτικές καταστάσεις υπονομεύουν τη βάση πάνω στην οποία έχει στηριχθεί ο μεταπολεμικός πολιτισμός μας. 

     

Ερωτήσεις- Συζήτηση

Μαρία Μπουγά, υποψήφια διδάκτορας: Με ποιο τρόπο συμβάλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τωρινή κατάσταση των εγκλωβισμένων προσφύγων και μεταναστών στα ελληνικά νησιά;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Η Επιτροπή παρακολουθεί και στηρίζει οικονομικά, πολιτικά και με στελέχη όλα τα hotspots και όλες τις υπηρεσίες που έχουν αναπτυχθεί στα νησιά.

Η συνεννόηση ΕΕ-Τουρκίας προβλέπει ότι από τη στιγμή που αξιολογηθεί ένα αίτημα, όποιος δικαιούται διεθνούς προστασίας, αυτομάτως μετέχει στα διάφορα προγράμματα που αφορούν στη μετακίνησή του στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Όσοι όμως δεν δικαιούνται προστασίας, θα πρέπει να επιστραφούν πίσω. Αυτές οι διαδικασίες στα νησιά πρέπει να επιταχυνθούν. Λόγω των τωρινών καθυστερήσεων υπάρχει ακόμα ένας μεγάλος αριθμός αιτούντων ασύλου ή και παράτυπων μεταναστών στα νησιά. Οι υπηρεσίες βρίσκονται εκεί, πρέπει, όμως, να κινούνται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς.

Μπείτε στη θέση αυτών που είναι αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένοι στα νησιά: πρόκειται για ανθρώπους που πήραν την απόφαση να αντιμετωπίσουν πολέμους, εμφυλίους, να διαβούν θάλασσες και να είναι στα χέρια αδίστακτων διακινητών. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στη γραφειοκρατία να σταθεί εμπόδιο στην πορεία αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι δε δίστασαν να αντιμετωπίσουν όλες αυτές τις αντιξοότητες για να φτάσουν στο ευρωπαϊκό έδαφος. Οφείλουμε, λοιπόν, να κινηθούμε με πιο γρήγορους ρυθμούς. Θα συνεχίσουμε να προσφέρουμε βοήθεια στην Ελλάδα, αντίστοιχη των αναγκών της. Αρκεί να σας αναφέρω, ότι οικονομικά μόνο, μαζί με τα κονδύλια της ανθρωπιστικής βοήθειας, η χρηματοδότηση έχει φτάσει το 1,2 δις ευρώ. Η Ελλάδα έχει δεχθεί την πιο γενναιόδωρη οικονομική υποστήριξη  από οποιαδήποτε άλλη χώρα.

Βρισκόμαστε σε ανοιχτή γραμμή συνεννόησης με την ελληνική κυβέρνηση και γνωρίζω ότι καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από τον αρμόδιο υπουργό κ. Μουζάλα, ώστε να βρεθεί ένα modus operandi με τις τοπικές αρχές στα νησιά, καθώς η κοινή γνώμη των νησιών είναι αρωγός σε αυτή την προσπάθεια. 

Είναι αλήθεια ότι είχαν σημειωθεί κάποιες καθυστερήσεις. Τον τελευταίο καιρό, όμως, είναι ενθαρρυντικό ότι οι διαδικασίες κινούνται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς. Οι Σύριοι που φθάνουν μέσω της διαδρομής της Ανατολικής Μεσογείου είναι πρόσφυγες,  σε αντίθεση με το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων που περνά τα ευρωπαϊκά σύνορα μέσα από τον διαδρομή της Κεντρικής Μεσογείου, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι παράτυποι μετανάστες. Οι Σύριοι, επομένως, που πληρούν τις ανάλογες προϋποθέσεις, πρέπει να επιστραφούν στην Τουρκία. Γιατί, όπως προκύπτει από την απόφαση του ΣτΕ, η Τουρκία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής τρίτη χώρα. Και πρέπει να σημειωθεί, ότι στην Τουρκία έχουν αναπτυχθεί χώροι υποδοχής, στους οποίους και η Ευρώπη και άλλοι οργανισμοί συμμετέχουν οικονομικά, και όπου ο αριθμός των εκεί φιλοξενούμενων προσφύγων πλησιάζει τα 3 εκατομμύρια.

ΘΑΝΟΣ ΒΕΡΕΜΗΣ: Υπάρχει ένα δημογραφικό πρόβλημα στην Ευρώπη. Εμείς μάλιστα στην Ελλάδα το βιώνουμε πολύ άγρια. Υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί αυτό;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Πριν λίγο αναφέρθηκα σε αυτό ακριβώς που είπατε, ότι δηλαδή σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, η Ευρώπη θα χρειάζεται μεγάλο αριθμό μεταναστών. Είπα, επίσης, ότι είναι καιρός η Ευρώπη να ανοίξει νόμιμους διαύλους, οι οποίοι δεν υπήρχαν στο παρελθόν. Αν εξαιρέσετε τη Γερμανία, το Βέλγιο, χώρες που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δέχθηκαν ένα μεγάλο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης από την Ελλάδα, την Πορτογαλία ή την Ισπανία, δεν υπήρχε αντίστοιχη εμπειρία στο μεταναστευτικό. Η Ευρώπη την αποκτά τώρα. Δημιουργούμε, λοιπόν, όρους νόμιμης μετανάστευσης.

Συγχρόνως, εντείνουμε τις προσπάθειες μας για την αποτελεσματικότερη ένταξη των οικονομικών μεταναστών. Για το σκοπό αυτό, προωθούμε την αναθεώρηση της Μπλε Κάρτας της ΕΕ, που αφορά σε υψηλών προδιαγραφών εκπαιδευμένους, εργαζόμενους και μετανάστες υψηλής ειδίκευσης. Αυτή τη στιγμή, η Μπλε Κάρτα εφαρμόζεται μόνο στη Γερμανία, διότι εκεί η διοίκηση και οι μηχανισμοί είναι πολύ λειτουργικοί και αποτελεσματικοί.

Επιπλέον, βρίσκονται σε εξέλιξη πιλοτικά προγράμματα με αφρικανικές χώρες. Κάποιες από αυτές, μπορούν να ανταπεξέλθουν, άλλες δεν είναι ακόμα σε θέση. Η Ευρώπη είναι εκεί, δείχνοντάς τους το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πω, ότι η Ευρώπη διδάσκει κάποιες από τις υπηρεσίες των αφρικανικών χωρών ως προς το πώς πρέπει να εφαρμόζονται οι πολιτικές, ώστε να εναρμονιστούν τα εκεί συστήματα με τις χώρες υποδοχής. Επίσης, υπάρχει νομοθεσία, την οποία υιοθετήσαμε προ διετίας, για φοιτητές και ερευνητές, οι οποίοι πρέπει να βρίσκουν ανοιχτή την πόρτα προς την Ευρώπη.

Οι καταστάσεις, με τις οποίες βρεθήκαμε αντιμέτωποι, μας έμαθαν ότι το μεταναστευτικό δεν είναι κάτι που πρέπει να εξορκίζουμε. Αντίθετα, πρέπει να το αντιληφθούμε ως μια ευκαιρία ενόψει των μεγάλων αλλαγών που θα λάβουν χώρα στην Ευρώπη και στα κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα. Οι ευκαιρίες και οι αλλαγές αυτές πρέπει, όμως, να παρουσιαστούν με σωστό και πειστικό τρόπο, ώστε να μην αποτελέσουν αντικείμενα εκμετάλλευσης από τις λαϊκίστικες, ευρωσκεπτικιστικές και εθνικιστικές δυνάμεις που δυστυχώς αυτόν τον καιρό, και με αφορμή το προσφυγικό, αμφισβητούν ευθέως τις αρχές και τις αξίες, επί των οποίων έχει θεμελιωθεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Επομένως, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, δεν είναι νομικό, είναι ευρύτερα πολιτικό και υπαρξιακό για την Ευρώπη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ: Πιστεύετε ότι η Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας θα αντέξει μέσα στη γενικότερη περιδίνηση των σχέσεων της Ευρώπης με την Τουρκία;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Αν καταρρεύσει η Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, η πρώτη χώρα που θα δεχθεί τη μεγαλύτερη πίεση θα είναι, εκ των πραγμάτων, η Ελλάδα. Και, δε διστάζω να σας πω, ότι η Ελλάδα, ως ευρωπαϊκή χώρα, πρέπει να κρατήσει ανοιχτό το δίαυλο συνεννόησης και επικοινωνίας με τη γειτονική Τουρκία.  Όχι μονάχα για τη διαχείριση του προσφυγικού, αλλά και γενικότερα για την διατήρηση ενός κλίματος ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή. 

Η Τουρκία, όπως είπα στις εισαγωγικές μου παρατηρήσεις, τηρεί τη συμφωνία. Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, 14.000 με 15.000 άτομα, κατά μέσο όρο, περνούσαν κάθε μέρα τα ελληνικά σύνορα. Από τη μέρα που τέθηκε σε εφαρμογή η Συνεννόηση, αυτοί οι αριθμοί έχουν μειωθεί δραστικά. Περνούν, περίπου, 50 με 60 άτομα την ημέρα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, για τις οποίες η Τουρκία ενημερώθηκε. Ας μην ξεχνάμε, ότι η Τουρκία περνά μια μεταβατική, δύσκολη περίοδο. Ακόμα και τώρα, η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας είναι ρευστή. Το αποτυχημένο πραξικόπημα, καθώς και τα γενικότερα γεωπολιτικά ζητήματα που έχουν εκδηλωθεί, κυρίως στα νότια σύνορά της και στα ανατολικά της χώρας, παραλίγο να κλονίσουν ακόμα και τη Συνεννόηση. Θυμίζω, επίσης, αυτό που συνέβη το καλοκαίρι, με τις δυσμενείς σχέσεις που εκδηλώθηκαν με διάφορες χώρες της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Ολλανδία, η ρητορική των Αυστριακών πολιτικών και άλλες χώρες της περιοχής.  Παρ’ όλα αυτά, η Συνεννόηση, τηρείται. Και πρέπει να τηρηθεί πάση θυσία. Είμαι αισιόδοξος και εκτιμώ ότι, συνεχίζοντας έτσι, τουλάχιστο, το λεγόμενο ανατολικό προσφυγικό μέτωπο θα είναι υπό έλεγχο.

Δυστυχώς δεν ισχύει το ίδιο και για τη Νότια Ευρώπη και κυρίως την Ιταλία, όπου δεν μπορεί να βρεθεί αξιόπιστος συνομιλητής, λόγω τις κρίσιμης κατάστασης στη Λιβύη που βρίσκεται υπό διάλυση. Προτεραιότητα της διεθνούς κοινότητας, αλλά και της Ευρώπης, είναι η στήριξη και η επαναφορά της σταθερότητας στη Λιβύη. Φοβάμαι, όμως, ότι ο δρόμος θα είναι πολύ μακρύς. Η χώρα είναι διαλυμένη. Ο αναγνωρισμένος από την ΕΕ πρόεδρος και πρωθυπουργός της Λιβύης, με έδρα την Τρίπολη, έχει μεν την αναγνώριση, αλλά δεν έχει δύναμη. Από την άλλη μεριά, ο στρατηγός  Χαφτάρ, ο οποίος έχει πλήρη έλεγχο της ανατολικής Λιβύης και ναι μεν έχει ισχύ, δεν ασκεί επιρροή στην υπόλοιπη Λιβύη, όπου δυστυχώς οι ανεξάρτητες παραστρατιωτικές ομάδες κυριαρχούν. Συνεπώς, ο δρόμος της Λιβύης είναι ανοιχτός για τους διακινητές και για εκείνους που θέλουν να φύγουν κυρίως από την υποσαχάρια περιοχή, να διαβούν ερήμους και να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις για να φτάσουν στις ακτές της Μεσογείου.

Με τις χώρες αυτές δε μπορεί να υπάρξει συμφωνία παρόμοια με εκείνη της Τουρκίας, γιατί είναι δύσκολο να βρεθεί αξιόπιστος και ισχυρός συνομιλητής για να την εφαρμόσει. Πρόσφατα πήρα την πρωτοβουλία να ταξιδέψω πάλι σε αυτές τις χώρες. Με ορισμένες μπορεί να υπάρξει συνεννόηση. Οι περισσότερες, όμως, έχουν τεράστιες δυσκολίες και μια από τις δυσκολίες είναι ότι δεν θέλουν να δεχθούν πίσω τους δικούς τους υπηκόους, κυρίως στο πλαίσιο των προγραμμάτων επιστροφών, για τα οποία σας μίλησα.

Κλείνω με μια παρατήρηση: σε αντίθεση με το πώς ήταν τα πράγματα τα προηγούμενα χρόνια, η κατάσταση είναι περισσότερο ελεγχόμενη, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τι μέλλει γενέσθαι. Διότι αν μια ακόμα χώρα μπει σε τροχιά διάλυσης, αυτό είναι ικανό να απελευθερώσει ένα πολύ μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας, οι οποίοι θα επιδιώξουν να βρουν "ασφαλείς ουρανούς" σε άλλες χώρες, και η Ευρώπη θα είναι πάντα ένας εκ των προορισμών. Οργανώνουμε και αντιμετωπίζουμε αυτή την κατάσταση, παρά τις μεγάλες δυσκολίες και τις αντιδράσεις από το εσωτερικό της Ευρώπης. Δυνάμεις του λαϊκισμού εξακολουθούν ακόμα και τώρα να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα των κρατών-μελών, παράλληλα με την τάση των περισσοτέρων να στρέφονται προς το εκλογικό τους κοινό και να αφήνουν στην άκρη τις μεγάλες ευθύνες τους απέναντι σε αυτό το σπουδαίο επίτευγμα που είναι η Ευρώπη, όπως την οραματίστηκαν και τελικά την έζησαν οι δικές μας γενιές. 

Σήμερα, η Ευρώπη διέρχεται υπαρξιακή κρίση, εξαιτίας, κυρίως, του προσφυγικού, του μεταναστευτικού, και των θεμάτων ασφαλείας, και λιγότερο λόγω του οικονομικού ζητήματος. Γιατί, όπως είπα και στο ξεκίνημα, το μεταναστευτικό και η ασφάλεια είναι τα ζητήματα, στα  οποία έχουν επενδύσει αυτοί που δεν διάκεινται πολύ φιλικά απέναντι στην Ευρώπη και τις αρχές της. Γι’ αυτό είναι συλλογική η ευθύνη να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία των αξιών και των αρχών που διέπουν την πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία έχει κλείσει τ’ αυτιά της στις σειρήνες του λαϊκισμού και του εθνικισμού. Θεωρούμε ότι η υποχρέωσή μας είναι, όχι μονάχα να προστατεύσουμε και να στηρίξουμε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά και ως η γενιά που της έλαχε αυτός ο κλήρος, να βάλουμε το λιθαράκι μας για να ολοκληρωθεί αυτό το οικοδόμημα. Αυτή, νομίζω, είναι η απάντηση, η  ολοκλήρωση της διαδικασίας που ξεκίνησε πριν από 60 χρόνια, ώστε να είναι η Ευρώπη πιο συνεκτική, πιο ενωμένη και πιο έτοιμη για να αντιμετωπίσει παρόμοιες μελλοντικές προκλήσεις.

Διαδώστε το!

glqxz9283 sfy39587stf02 mnesdcuix8
sfy39587stf03
sfy39587stp15