Του Γιάννη Μαρίνου, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ
Ο αείμνηστος σύγχρονος φιλόσοφος και πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας μετά τη Μεταπολίτευση Κωνσταντίνος Τσάτσος πριν από κάποιες δεκαετίες έδωσε στη δημοσιότητα μετάφραση αποσπασμάτων από επιστολές του ρωμαίου συγκλητικού Μενένιου Απιου προς τον φίλο του Ατίλιο Νάβιο, ο οποίος επρόκειτο να τον διαδεχθεί στη διακυβέρνηση της Αχαΐας.
Σ’ αυτές τον συμβουλεύει για το πώς μπορεί να χειριστεί τους Έλληνες αξιοποιώντας κυρίως τα ελαττώματά τους. Οι πάπυροι αυτοί με την αλληλογραφία των εν λόγω ρωμαίων αξιωματούχων βρέθηκαν στην τοποθεσία Οξύρρυγχος της Αιγύπτου, εξ ου και ονομάστηκαν Οξυρρύγχειοι Πάπυροι. Καθώς αποσύρομαι για τις ετήσιες διακοπές μου και συνεπώς από τις επάλξεις του σχολιασμού και της επικαιρότητας, σκέφθηκα ότι θα ήταν χρήσιμο περισσότερο από ποτέ για την αυτογνωσία μας, να παρουσιάσω στα προσεχή σημειώματά μου μερικές από τις εκπληκτικής επικαιρότητας και συνεπώς διαχρονικότητας διαπιστώσεις του Μενένιου Απιου που διασώθηκαν πριν από 2.300 χρόνια.
«Ο Έλληνας είναι πιο εγωιστής από εμάς και συνεπώς από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι “πάντων χρημάτων μέτρον” κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο, ορθώνεται το “εγώ” των Ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς.
(…) Όμως ήρθανε καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες. Και εμείς τους συναντήσαμε σε τέτοιους καιρούς και γι’ αυτό η κρίση μας γι’ αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή που κάποτε καταντά άδικη. Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πως η πατρίδα των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στον νόμο. Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή τον δόλο. Α! πόσο την χαίρεται ο Έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ρακή! Ο Έλληνας έχει την πιο αδύναμη μνήμη από μας, έχει λιγότερη συνέχεια. Θες να σαγηνεύσεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους: “Σας υπόσχομαι αλλαγή”. Πες τους: “Θα θεσπίσω νέους νόμους”.
Οι Έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν επάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής τους περίπτωσης, ακόμα κι όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. Ο Έλληνας ζητεί από τον νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Εάν τύχει και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του και δεν ταιριάζει σε λίγες περιπτώσεις όπως η δική του, δεν μπορεί να το παραδεχθεί. Δεν δέχεται να θυσιάσει την δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σε έναν νόμο σκόπιμο και δίκαιο στη γενικότητά του».
Εξαιρετικά επίκαιρη η κατάληξη που ανατρέπει τον βουλγαράκειο ισχυρισμό, «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», καθώς και την κομμουνιστοφασιστική παρελαύνουσα διακήρυξη «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη».
Αλλά η ψυχανάλυση του Έλληνα θα συνεχισθεί και την επόμενη Κυριακή.
Ημ/νία Δημοσίευσης:Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010
Η τέχνη της συκοφαντίας
«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ»; Η αυτοθαυμαστική αυτή μεγαλοστομία που εκτοξεύει σε κάθε ευκαιρία ο συνήθης Έλληνας σκιαγραφείται πολύ παραστατικά στους Οξυρρύγχειους Παπύρους που διασώζουν συμβουλές του ρωμαίο συγκλητικού Μενένειου Απιου προς τον φίλο του Ατίλιο Νάβιο, μελλοντικό ρωμαίο κυβερνήτη της υπό κατοχής Αχαΐας πριν από 2.300 χρόνια.
«Αρέσει στον Έλληνα να δίνει στον ασθενέστερο, στον αβοήθητο. Είναι κι αυτό ένας τρόπος υπεροχής. Λέγοντας πως ο Έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω να πω, αλλά μου πέφτει δύσκολο να σου το εξηγήσω. Ακόμη υπάρχουν ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους καθώς είναι χρέος σου και πες μου αν άκουσες κανέναν από αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. Δεν χάνει τον καιρό του σε επαίνους ο Έλληνας. Δεν χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και για αυτόν πάντα βρίσκει καιρό. Για την κατανόηση την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από τη συμπάθεια για αυτό που κατανοείς, δεν θέλει τίποτα να θυσιάσει. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δεν τον κινεί για να επαινέσει ό,τι αξίζει τον έπαινο. Θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος. Κάθε άλλον τον υποτιμά. Όταν ένας πολίτης άξιος δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του, λέει ο Έλληνας “αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιότερος του, τι πειράζει αν και αυτός δεν αναγνωρίζεται”. Ο εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον Έλληνα τη δυνατότητα να είναι δίκαιος. Μόνον όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι κοντά σε πολλά άτομα μαζί, βλέπεις τη συναδέλφωση και την αλληλεγγύη. Στον κάθε Έλληνα τα ιδανικά είναι ατομικά. Γι’ αυτό οι πολιτικές των φατρίες είναι φατρίες συμφερόντων, και το ιδανικό του κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός».
«Κινημένος από την ίδια εγωπάθεια, τη ρίζα αυτή του κάθε ελληνικού κακού, ο Έλληνας δεν συγχωρεί στον συμπολίτη του καμιά προκοπή. Όποιος τον ξεπεράσει, ο Έλληνας τον φθονεί με πάθος και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε θα το κάνει. Μα το πιο σπουδαίο, για να καταλάβεις τον Έλληνα, είναι να σπουδάσεις τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει τον φθόνο του, τον τρόπο που εφηύρε για να γκρεμίζει καλύτερα. Είναι ένας τρόπος πιο κομψός από το δικό μας γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και διανοητικής δεξιοτεχνίας. Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του παλατιού, αλλά η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου, ηθικού φόνου, ενός φόνου διακριτικότερου και εντελέστερου που αφήνει του δολοφονημένου τη σάρκα σχεδόν ανέπαφη, να περιφέρει την ατίμωση και τη γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες. Γιατί και τη συκοφαντία, αγαπητέ μου, την έχουν αναγάγει σε τέχνη οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι Έλληνες, οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Η τέχνη είναι να βρίσκεις τον διφορούμενο λόγο, που άμα σε ρωτήσουν γιατί τον είπες, να μπορείς να πεις πως είπες με την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται ότι πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία. Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο με το οποίο πολεμάει ο Έλληνας τον Έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ο φιλόσοφος τον φιλόσοφο, ο ποιητής τον ποιητή αλλά και ο ανάξιος τον άξιο, ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά αδύνατο».
Νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη αξία η ανάδειξη αυτής της διαχρονικής ψυχαναλυτικής περιγραφής του χαρακτήρα των Ελλήνων που αμετάβλητα υπαγορεύει την καταστροφική συμπεριφορά τους και σήμερα. Και προειδοποιεί ότι αν δεν αλλάξουμε (πολιτική και πολιτικές) όντως θα βουλιάξουμε.
Γι’ αυτό θα συνεχίσω και την επόμενη Κυριακή.
Ημ/νία Δημοσίευσης:Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010
Μάταιες προειδοποιήσεις
Ο γνωστός πια για τους τακτικούς αναγνώστες μου Ρωμαίος συγκλητικός Μενένιος Απιος στους διασωθέντες Οξυρρύγχειους Παπύρους συνεχίζει να περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά των προ δύο και πλέον χιλιάδων χρόνων Ελλήνων που προσδιορίζουν τη συμπεριφορά τους και οδηγούν στην αυτοκαταστροφή εαυτών και των σπουδαίων επιτευγμάτων τους. Και εγώ συνεχίζω την αντιγραφή ων διαχρονικών, όπως αποδεικνύεται, διαπιστώσεων του κυβερνήτη της υπό ρωμαϊκή κατοχή περιοχής της Αχαΐας (σε μετάφραση Κωνσταντίνου Τσάτσου):
«Το ανυπότακτο σε κάθε πειθαρχία, η περιφρόνηση των άλλων και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας σπρώχνουν σχεδόν τον Έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο ανάμεσα στους άλλους. Αδιαφορώντας για όλους και για όλα, παραβλέποντας ό,τι γίνηκε πριν και ό,τι γίνεται γύρω του, αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος τον δρόμο τον σωστό. Ταλαιπωρεί από αιώνες την ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του Έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες. Παρά να υποβάλει τη σκέψη του στην βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης προτιμάει να ριψοκινδυνεύει με μόνες τις προσωπικές του δυνάμεις. Πρόσεξε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών μερίδων τους με τους δήθεν φίλους των και θα δεις ότι οι περισσότερες είναι προσχήματα. Ο ηγέτης λέει τη γνώμη του, βελτιώνει την διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις, χωρίς ούτε να περιμένει ούτε να θέλει καμία αντιγνωμία. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα σρις δικές του σκέψεις, γιατί πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του.
Τούτη η μοιραία για την τύχη των Ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο δεινό: Όπου βασιλεύει, τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα στενά όριο της ατομικότητας, σύντομα και βιαστικά, για να συντελεστούν όλα προτού το πρόσωπο εκλείψει. Η πολιτική όμως που θεμελιώνει τις μεγάλες πολιτείες δεν σηκώνει ούτε βιασύνη, ούτε συντομία. Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. Δεν προσδένεται σε άτομα, αλλά σε ομάδες προσώπων, σε διαδοχικές γενιές. Στην εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την πρώτη θέση διαρκέστερες υποστάσεις, λαοί, οικογένειες, πολιτικές μερίδες ή κοινωνικές τάξεις. Τα εδραία πολιτικά έργα μέσα στην ιστορία είναι υπερπροσωπικά. Και δυστυχώς ή δεν φτάνουν ως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου ή όταν φτάσουν φέρνει μέσα του το έργο του το ίδιο το σπέρμα της φθοράς (…). Εάν λείπει κάτι των Ελλήνων πολιτικών δεν είναι ούτε η δύναμη της σκέψης ούτε η αγωνιστική διάθεση. Στον χαρακτήρα, στο ήθος φωλιάζει η αρρώστια. Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχθούν να εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου. Δεν κρίνουν ποτέ με διακιοσύνη τον συναγωνιστή τους και γι’ αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του. Τα δεινά, όσα υποφέρανε ως τα σήμερα οι Έλληνες, μα θαρρώ και όσα θα υποφέρουν στο μέλλον, μιαν έχουν κύρια και πρώτη πηγή, την φιλοπρωτία, την νόμιμη θυγατέρα του τρομερού εγωισμού. Βλέπετε ο Έλληνας γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση της υπεροχής».
Ανατριχιαστικά προφητικό το εκπληκτικό ψυχογράφημα των Ελλήνων που διατυπώθηκε στους Οξυρρύγχειους Παπύρους πριν από 2.300 χρόνια, οι οποίοι ανευρέθηκαν στην περιοχή της Οξυρρύγχου της Αιγύπτου το 1934. Έστω και αν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος φαίνεται να παραδέχθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του ότι δεν πρόκειται για μετάφραση ρωμαϊκού κειμένου αλλά για προσωπικές σκέψεις του. Και έτσι όμως οι προ πεντηκονταετίας διαπιστώσεις του υπήρξαν καίριες και αποδεικνύονται τραγικά επίκαιρες. Παραμείναμε αδιόρθωτοι και αλληλοτρωγόμαστε ακόμη και μπροστά στο χείλος της καταστροφής, παραβλέποντας την εκ βαθέων διαπίστωση – συμβουλή του εθνικού μας ποιητή Ανδρέα Κάλβου «μόνο η ομόνοια σώνει τα έθνη».
Ημ/νία Δημοσίευσης:Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010
«Η ανάρτηση των άρθρων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν σημαίνει και απόλυτη ταύτιση με το περιεχόμενο των ιδεών του αρθρογράφου. Τα άρθρα αξιολογούνται ως ενδιαφέροντα για προβληματισμό.»
