Του Λευτέρη Π. Παπαδόπoυλου
Μεγάλωσα με Καραγκιόζη. Κάθε Κυριακή μας έπαιρνε ο πατέρας μου- τον αδελφό μου και εμένα- και μετά το γήπεδο πηγαίναμε στα Θέατρα Σκιών του Μόλλα και του Μανωλόπουλου. Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και κάτω από τα «σίδερα», κοντά στο εργοστάσιο της ΒΙΟ.
Έπαιξα και Καραγκιόζη. Με ένα άσπρο σεντόνι της μάνας μου. Με φωτισμό από κεριά. Με χαρτονένιες φιγούρες που έφτιαχνα ο ίδιος. Και τις σκάλιζα με κοπίδια από πρόκες, χοντρές πρόκες, που ήταν τοποθετημένες στις ράγες, στην άκρη, του τραμ της οδού Αχαρνών. Έγραψα και κωμωδίες του Καραγκιόζη, για να ΄χουν έναν μπούσουλα στις παραστάσεις τους οι παιδικοί μου φίλοι «καραγκιοζοπαίχτες». Κι όταν έγινα πατέρας, έπαιρνα τα παιδιά μου από το χέρι και τα πήγαινα στις μάντρες, εδώ κι εκεί, για να γελάσουν με τον μπαρμπα-Γιώργο, τον σιορ Διονύσιο, τον Σταύρακα, τον Βεληγκέκα, τον Χατζηαβάτη και, φυσικά, με τον ξυπόλητο και καμπούρη πρωταγωνιστή, τον Καραγκιόζη.
Πέθανε και ο Ευγένιος Σπαθάρης. Ένας ευγενικός και τρυφερός καλλιτέχνης, που έμαθε την τέχνη του «από μέσα».
Από τον καραγκιοζοπαίχτη πατέρα του, τον Σωτήρη Σπαθάρη, που είχε βοηθό του ακόμη και τον Μόλλα. Τον γνώριζα τον Ευγένιο. Και, τελευταία, παρακολούθησα στο Ζάππειο μια ωραία παράστασή του, βασισμένη στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη (διασκευή του Γιώργου Παυριανού, μουσική του Δημήτρη Λέκκα). Διασκέδασα αφάνταστα. Και χαίρομαι πολύ που «ΤΑ ΝΕΑ» προσφέρουν κάθε εβδομάδα στους αναγνώστες τους DVD και βιβλία με έργα του Ευγένιου Σπαθάρη. Του άξιου γιου ενός σπουδαίου πατέρα, όπως ήταν ο Σωτήρης Σπαθάρης. Καραγκιοζοπαίχτης τον οποίο θαύμαζε και συνδεόταν μαζί του με ζεστή φιλία ο Άγγελος Σικελιανός.
Κάθε φορά που χάνεται ένας λαϊκός καλλιτέχνης, αισθάνομαι βαθιά θλίψη. Με τους καραγκιοζοπαίχτες, ακόμη πιο πολύ. Γιατί φεύγουν οι δάσκαλοι. Και ποιοι θα διδάξουν σε νέους αυτή την τέχνη, που είναι πια «παραπεταμένη»; Πόσοι θέλουν σήμερα να γίνουν καραγκιοζοπαίχτες; Και σε ποιο κοινό θα απευθύνονται, αφού τα παιδιά στις ημέρες μας διασκεδάζουν με βιντεοπαιχνίδια και με την τηλεόραση; Εδώ και αρκετά χρόνια, ο Καραγκιόζης είναι ετοιμοθάνατος. Όχι από την πείνα και τις βουρδουλιές των τραμπούκων του Πασά, αλλά από την εποχή. Που άλλα γυρεύει, άλλα προωθεί, με άλλα καταγίνεται.
Το 1963- πριν από 46 χρόνια, συλλογιστείτε- ο μέγας δημοσιογράφος Κώστας Νίτσος, διευθυντής των «ΝΕΩΝ» και εκδότης του καταπληκτικού περιοδικού «Θέατρο», είχε αφιερώσει ένα τεύχος στον Καραγκιόζη. Ένα τεύχος το οποίο κοσμούν κείμενα του Φώτου Πολίτη, του Β. Ρώτα, του Γιάννη Σκαρίμπα, του Δημ. Λουκάτου, του Γιάννη Σιδέρη, της Ελ. Βακαλό, του Σωτήρη Σπαθάρη, του Αλ. Ξύδη, της Εύας Βλάμη, του Γιώργου Θεοτοκά, του Μήτσου Λυγίζου, του Αντώνη Μόλλα, του Χρήστου Χαρίδημου και πολλών άλλων. Το έχω ανάμεσα στα τιμαλφή μου αυτό το τεύχος, που είναι γεμάτο από καταπληκτικές φιγούρες του Ξυδιά, του Νταμαδάκη, των Σπαθάρηδων, του Μίμαρου, του Πράχαλη και του Μέμου.
Από αυτό το τεύχος του «Θεάτρου» αντιγράφωσαν αποχαιρετισμό του Σπαθάρη, που κηδεύεται σήμερα- μια παράγραφο από το κείμενο του Γιώργου Θεοτοκά: «… Ο Καραγκιόζης, ο Νιόνιος, ο Σταύρακας (…) είναι ένας άρτιος θεατρικός μικρόκοσμος από τυποποιημένα πρόσωπα, ένα θέατρο αυτοσχεδιασμού με θέματα δοσμένα από πριν, που ολοένα ανανεώνονται σε αμέτρητες παραλλαγές, δηλαδή μια πραγματική, δική μας Κομέντια ντελ Άρτε (…) Ο Καραγκιόζης ζει ακόμα στην επαρχία, αλλά δεν ξέρω αν θα ζήσει πολύ. Η σύγχρονη ζωή, και κυρίως ο κινηματογράφος, τον ξετοπίζουν ολοένα. Ας γίνει τουλάχιστον ένα αρχείο του, μια απαρχή συστηματικής έρευνας, προτού να είναι πολύ αργά».
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Ημ/νία Δημοσίευσης: 13 Μαΐου 2009
«Η ανάρτηση των άρθρων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν σημαίνει και απόλυτη ταύτιση με το περιεχόμενο των ιδεών του αρθρογράφου. Τα άρθρα αξιολογούνται ως ενδιαφέροντα για προβληματισμό.»
