Του Νικου Κωνστανταρα, εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
AΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ
Δύο λαοί με μεγάλους πολιτισμούς συναντώνται πάλικαι μπορούν να ανοίξουν δρόμους στο εμπόριο και στη ναυτιλία
Ποτέ δεν ήταν τόσο κοντά οι Κινέζοι και οι Ελληνες όσο είναι σήμερα – με όλες τις ευκαιρίες για την ανάπτυξη εμπορικών, οικονομικών και πολιτιστικών δεσμών, αλλά και με τον κίνδυνο η Ελλάδα να χάσει την ευκαιρία να χτίσει πάνω στη θετική εικόνα που έχει γι’ αυτήν ένας άλλος λαός.
Και οι δύο λαοί είναι περήφανοι για το παρελθόν τους, με τη διαφορά ότι σήμερα οι Κινέζοι ζουν την άνθηση ενός σύγχρονου, δικού τους πολιτισμού, ενώ οι Ελληνες βρίσκονται στο χείλος της χρεοκοπίας και της απαξίωσης.
Στην αρχαιότητα, οι πολιτισμοί των Ελλήνων και των Κινέζων αναπτύχθηκαν χωριστά. Ο Μεγαλέξανδρος δεν έφθασε στην Κίνα. Και ενώ τα καραβάνια των εμπόρων πηγαινοέρχονταν από τότε, δεν έχουμε μαρτυρίες ότι Ελληνες έφτασαν έως την Κίνα, ούτε ότι Κινέζοι γνώρισαν τον κόσμο των Ελλήνων, έως τα χρόνια του Βυζαντίου. Τα τελευταία χρόνια της Κωνσταντινούπολης συνέπεσαν με το μοναδικό και βραχύβιο άνοιγμα της Κίνας προς τον υπόλοιπο κόσμο. Τότε, από το 1405 έως το 1433, ο θρυλικός ναύαρχος Ζαν Χε περιέπλευσε τη Νότια Ασία και την Ανατολική Αφρική, έως τη σημερινή Τανζανία, με έναν στόλο 300 πλοίων. Ανοιξε δρόμους εμπορίου και πολιτισμικών ανταλλαγών πολύ πριν οι Ευρωπαίοι αρχίσουν τις κατακτήσεις τους στην Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Μετά, ξαφνικά, η Κίνα επέλεξε την εσωστρέφεια και μια απομόνωση που κράτησε σχεδόν 600 χρόνια.
Για αιώνες, όποιες επαφές υπήρξαν μεταξύ Ελλήνων και Κινέζων ήταν σε προσωπικό επίπεδο ανάμεσα σε εμπόρους και ναυτικούς. Οι Ελληνες ταξιδευτές ήταν παιδιά του κόσμου, πρωτοπόροι της σημερινής παγκόσμιας οικονομίας. Και είναι φυσικό ότι τώρα Ελληνες και Κινέζοι συναντώνται πάλι στους χώρους του εμπορίου και της ναυτιλίας. Σήμερα, οι Κινέζοι ανοίγονται στον κόσμο όσο ποτέ άλλοτε. Στη χώρα τους χτίζουν νέες, σύγχρονες πόλεις? φιλοξένησαν τους Ολυμπιακούς του 2008 και τώρα την ΕΧPΟ 2010? στέλνουν φοιτητές στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και εμπόρους σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. (Στην Ελλάδα μόνο υπολογίζονται σε περίπου 30.000 οι έμποροι. Εως και χωριά της Κρήτης έχουν κινεζικά καταστήματα πλέον). Οι μεγαλύτεροι πελάτες σε κινέζικα ναυπηγεία είναι Ελληνες, ενώ κινεζικές εταιρείες ναυλώνουν πλοία ελληνικών συμφερόντων, συνεχίζοντας μια παράδοση που ξεκίνησε από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, όταν η χώρα ήταν ακόμη σε βαθιά απομόνωση.
Σήμερα, για πρώτη φορά, ο εμπορικός στόλος της Κίνας απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Ο Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι του Πειραιά, ο οποίος παραχωρήθηκε με διαγωνισμό στην COSCO Pacific για 35 χρόνια, είναι η πρώτη τέτοια επένδυση που η εταιρεία κάνει μόνη της, χωρίς συνέταιρο. Γι’ αυτό η COSCO και ο πρόεδρός της, ο Γουέι Τζιαφού, δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην επιτυχία του εγχειρήματος, παρ’ όλες τις αρχικές δυσκολίες: είναι θέμα γοήτρου και σημαδιακό βήμα στην περαιτέρω επέκταση της εταιρείας στην Ευρώπη. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει το προπύργιο του κινέζικου εμπορίου ή να οδηγήσει τους Κινέζους σε αναζήτηση πιο «εύκολων» λιμανιών. Οπως λέει ο Γουέι, ο οποίος έχει μια πολυτελή έκδοση της Ιλιάδας σε περίοπτη θέση στο γραφείο του, «η συνεργασία ξεκινάει με το λιμάνι και μπορεί να επεκταθεί σε χώρους σχετικούς με αυτό», όπως logistics, επισκευές πλοίων και άλλες υπηρεσίες. «Ο,τι κάνουμε θα το κάνουμε ύστερα από πολλή μελέτη», προσθέτει, σαν έμμεση αναφορά στις δυσκολίες με τις οποίες ξεκίνησε η συνεργασία στον Πειραιά.
Πέρα απ’ αυτές τις επαφές, όμως, ο Ελληνας που βρίσκεται στην Κίνα ξαφνιάζεται από το ενδιαφέρον που δείχνουν οι Κινέζοι για τη «Σίλα», όπως αποκαλούν την Ελλάδα. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι δύο χώρες φιλοξένησαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και του 2008 που αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον των Κινέζων για τον πολιτισμό μας, αλλά η αίσθηση ότι η Ελλάδα εκπροσωπεί τη Δύση. Η κ. Ελενα Αβραμίδου, μορφωτικός ακόλουθος στην πρεσβεία μας στο Πεκίνο, μας λέει ότι «εκατοντάδες» Κινέζοι σπουδάζουν Αρχαία, αλλά και Νέα Ελληνικά στα πανεπιστήμιά τους. «Βλέπουν την ελληνική σκέψη ως εισαγωγή στη δυτική σκέψη», σημειώνει. Πρόσφατο συνέδριο στο Πεκίνο για τον Κομφούκιο και τον Σωκράτη σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αρκετοί συνομιλητές στον χώρο της κυβέρνησης, των εφημερίδων και των επιχειρήσεων μιλούν με άνεση για τις συγγένειες των δύο αρχαίων πολιτισμών.
Αυτή η απρόσμενη οικειότητα ανάμεσα στους δύο λαούς -σαν τα στοιχεία από ελληνικά κιονόκρανα που ξεφυτρώνουν ξαφνικά, είτε σε ουρανοξύστη στη Σαγκάη είτε σε επαρχιακά μαγαζιά- οδηγεί πολλούς Κινέζους να θέλουν να επισκεφτούν τη χώρα μας. Πέρυσι, όμως, μόλις 19.000 πήραν βίζα από τις ελληνικές αρχές. Είτε φταίνε οι κανόνες της Συμφωνίας του Σένγκεν που δυσκολεύουν την έκδοση βίζας είτε υπάρχουν δυσλειτουργίες από ελληνικής πλευράς, το πρόβλημα πρέπει να λυθεί άμεσα. Οταν ο ελληνικός τουρισμός απειλείται από την οικονομική κρίση, η αύξηση επισκεπτών από την Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες μπορεί να είναι σωτήρια. Από την άλλη πλευρά, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στο να χάνουμε ευκαιρίες όταν ολιγωρούμε: πρέπει να θυμόμαστε ότι οι Κινέζοι έχουν μπει στη εποχή του Διαδικτύου με μεγάλη ορμή (400 εκατομμύρια είναι συνδεδεμένοι) και όταν οι προσπάθειες κάποιων να πάρουν βίζα αντιμετωπίζονται με αδιαφορία ή αγένεια, αυτό γίνεται άμεσα ευρύτερα γνωστό μέσω blogs και συζητήσεων, με ολέθριες συνέπειες για την εικόνα της Ελλάδας. Η σχέση της Ελλάδας με την Κίνα μάς προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες. Αρκεί να μην τις σπαταλήσουμε.
Eπενδύσεις παντού
Το θαύμα της Κίνας μοιάζει να είναι στο απόγειό του. Η σημαντικότατη ανάπτυξη που σημειώθηκε ήδη υπηρετεί τη μελλοντική. Οι υψηλότατου επιπέδου υποδομές (όπως υπερσύγχρονα ταχέα τρένα, αεροδρόμια και αυτοκινητόδρομοι) δημιουργούν συνθήκες για την ανάπτυξη μιας τεράστιας εσωτερικής αγοράς. Στην παιδεία, επίσης, η επένδυση είναι σημαντικότατη: την τελευταία δεκαετία ο αριθμός των πανεπιστημίων υπερδιπλασιάστηκε, από 1.022 σε 2.263, ενώ 1,4 εκατ. νέοι έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό από το 1978.
Υπάρχει κίνδυνος να έχει δημιουργηθεί φούσκα στην αγορά ακινήτων? αλλά και αν σκάσει, οι υποδομές και η μόρφωση του πληθυσμού θα συνεχίσουν να ωθούν την ανάπτυξη.
Ημ/νία Δημοσίευσης: Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010
