Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας κ. Δημήτρης Αβραμόπουλος μίλησε σήμερα σε σεμινάριο που οργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα ΜΜΕ με θέμα: δίκαιη συμμετοχή στην Ευρώπη – δημιουργώντας ένα κοινό σύστημα ασύλου. Τίτλος της ομιλίας του Έλληνα Επιτρόπου ήταν “η αλληλεγγύη στην καρδιά ενός νέου Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, ανθεκτικού στις κρίσεις”. Μεταξύ άλλων, ο κ. Αβραμόπουλος, ανέφερε τα ακόλουθα:
Καταρχάς, θα ήθελα να εκφράσω την αλληλεγγύη μου στους πολίτες του Λονδίνου και της Μεγάλης Βρετανίας για την φρικτή επίθεση του περασμένου Σαββάτου, και να εξάρω την ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση των αστυνομικών αρχών του Λονδίνου.
Η τρομοκρατία μας αφορά όλους εξίσου, και θα πρέπει να παραμείνουμε ενωμένοι και δυνατοί, δίνοντας μια κοινή απάντηση. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να καταπολεμήσουμε αποτελεσματικά την τρομοκρατία.
Στο πλαίσιο της σημερινής συζήτησης για το άσυλο, θα ήθελα να επαναλάβω ότι δεν πρέπει να συγχέουμε την τρομοκρατία με τη μετανάστευση, τους τρομοκράτες με όσους αιτούνται άσυλο.
Υπάρχουν εκείνοι που δεν επιθυμούν να δεχθούν αιτούντες άσυλο προβάλλοντας λόγους ασφάλειας. Αυτοί όμως οι άνθρωποι προσπαθούν να γλυτώσουν από την τρομοκρατία, δεν είναι εκείνοι που τη δημιουργούν.
Ωστόσο, σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, αιτούντες άσυλο έχουν εμπλακεί σε γεγονότα που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά των πολιτών. Είναι πρόσφατες οι μνήμες από την επίθεση στο Βερολίνο. Πρέπει να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση.
Δεν μπορούμε, όμως, να δεχθούμε τη λανθασμένη ρητορική που εξισώνει τους πρόσφυγες με τους τρομοκράτες. Γιατί με αυτόν τον τρόπο, υποκύπτουμε στη διαμάχη που οι τρομοκράτες επιθυμούν να προκαλέσουν στις κοινωνίες μας.
Όπως γνωρίζετε, πριν από ένα χρόνο, η Επιτροπή πρότεινε τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου με στόχο τη δημιουργία ενός πραγματικά Κοινού Συστήματος Ασύλου, το οποίο θα είναι ανθεκτικό στον χρόνο, και που θα βασίζεται σε κοινούς κανόνες και σε έναν δικαιότερο επιμερισμό της ευθύνης.
Για να είναι επιτυχημένη η μεταρρύθμιση, θα πρέπει να συνεχίσουμε την ανοικτή και εποικοδομητική μας συζήτηση, όχι μόνο με τους συν-νομοθέτες, αλλά και με τους πολίτες. Οι ανησυχίες των πολιτών και των κοινωνιών μας πρέπει να απαντηθούν με τον κατάλληλο τρόπο σε όλη τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Αν κάτι έχει γίνει ξεκάθαρο τα δύο τελευταία χρόνια, είναι ότι χρειαζόμαστε μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια προσέγγιση για τη μετανάστευση.
Ζούμε στην εποχή της ανθρώπινης κινητικότητας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πώς μπορεί να “σταματήσει” η μετανάστευση, αλλά πώς μπορούμε να τη διαχειριστούμε καλύτερα.
Η προσφυγική κρίση μας δίδαξε ότι μέτρα αποκλειστικά εθνικού χαρακτήρα δεν προσφέρουν ικανοποιητικές λύσεις, ούτε για τα Κράτη Μέλη, ούτε για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της.
Μια κατακερματισμένη, εσωστρεφής προσέγγιση, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τις προκλήσεις για τη διαχείριση της μετανάστευσης κατά τρόπο ολιστικό, αλλά θέτει σε αμφισβήτηση το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Όλα τα Κράτη Μέλη πρέπει να εργασθούν από κοινού για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, με πραγματικό πνεύμα αλληλεγγύης και επιμερισμού της ευθύνης.
Περισσότερη Ευρώπη χρειάζεται για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, την εξάρθρωση και δίωξη των δικτύων των διακινητών, των παροχή προστασίας σε όσους έχουν ανάγκη, την βελτίωση της ικανότητάς μας να επιστρέφουμε όσους δεν έχουν το δικαίωμα να παραμένουν στην ΕΕ.
Περισσότερη Ευρώπη σημαίνει εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης για τη διαχείριση της μετανάστευσης. Περισσότερη Ευρώπη, όμως, δεν σημαίνει λιγότερες αρμοδιότητες για τα Κράτη Μέλη, όπως ορισμένοι, ίσως, φοβούνται. Περισσότερη Ευρώπη σημαίνει πιο αποτελεσματική και από κοινού διαχείριση όλων των κοινών προκλήσεων.
Πολλές, σημαντικές, κοινές δράσεις έχουν ήδη συμφωνηθεί και εφαρμόζονται: η δημιουργία κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης, τα προγράμματα μετεγκατάστασης και επανεγκατάστασης, η ενίσχυση των προσπαθειών για την επιστροφή των παράτυπων μεταναστών και η πιο στενή συνεργασία με τρίτες χώρες για την επανεισδοχή.
Όμως οι ενέργειες αυτές δεν είναι αρκετές. Η μεταρρύθμιση του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της συνολικής μας προσέγγισης για τη διαχείριση της μετανάστευσης.
Η προσφυγική κρίση των τελευταίων δύο ετών κατέδειξε ότι, στην παρούσα μορφή του, το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου δεν αποτελεί πλέον επιλογή. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος ήρθαν στην επιφάνεια εξαιτίας της κρίσης.
Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των Κρατών Μελών όσον αφορά στις διαδικασίες χορήγησης ασύλου, τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο, τα ποσοστά αναγνώρισης και το είδος της προστασίας που παρέχονται σε όσους δικαιούνται διεθνούς προστασίας.
Οι εν λόγω αποκλίσεις συμβάλλουν στις δευτερογενείς μετακινήσεις και στην αναζήτηση ευνοϊκότερου καθεστώτος ασύλου (“asylum shopping”) από τους αιτούντες άσυλο, που οδηγεί στην άνιση κατανομή των ευθυνών μεταξύ των Κρατών Μελών για την παροχή προστασίας σε όσους έχουν πραγματικά ανάγκη.
Συνεπώς, χρειαζόμαστε ένα ανθεκτικό σύστημα χορήγησης ασύλου. Ένα σύστημα που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη και τη δίκαιη κατανομή των ευθυνών. Χρειαζόμαστε δομές και εργαλεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για ένα βιώσιμο και ολοκληρωμένο σύστημα, όπου καμία χώρα δεν θα αφήνεται μόνη της να αντιμετωπίζει τις μελλοντικές προκλήσεις.
Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να επιδιώξουμε την σύγκλιση των εθνικών συστημάτων ασύλου. Αυτό θα βοηθήσει στην ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών Μελών, αλλά και θα μειώσει τις καταχρήσεις και το κίνητρο όσων αναζητούν ευνοϊκότερο καθεστώς ασύλου (“asylum shopping”).
Η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητα του συστήματος, αλλά και για τη διασφάλιση της ίσης και αξιοπρεπούς μεταχείρισης των αιτούντων άσυλο σε ολόκληρη την Ένωση.
Προτείνουμε την ανάπτυξη ορισμένων στοιχείων εντός του συστήματος που θα ενισχύσουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός υψηλού βαθμού εναρμόνισης, μιας μεγαλύτερης σύγκλισης σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των αιτήσεων ασύλου σε ολόκληρη την Ένωση, και ενός συστήματος δίκαιης κατανομής των αιτούντων άσυλο μεταξύ των Κρατών Μελών.
Η δέσμη μέτρων που προτείναμε για τη μεταρρύθμιση έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός συστήματος βάσει του οποίου οι διαδικασίες και τα χρονοδιαγράμματα συντομεύονται, τα δικαιώματα των αιτούντων διασφαλίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, και τα κριτήρια για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας εναρμονίζονται περαιτέρω.
Θέλουμε να εξασφαλίσουμε ότι τα πρότυπα υποδοχής είναι κατάλληλα και όμοια σε όλη την Ένωση. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος των δευτερογενών μετακινήσεων και των καταχρήσεων, προτείνουμε την επιβολή κυρώσεων, σε ό,τι αφορά τη διαδικασία και τους όρους υποδοχής, όταν οι αιτούντες δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους.
Ωστόσο, η επιτυχία της μεταρρύθμισης εξαρτάται κυρίως από την αλληλεγγύη. Η γεωγραφική θέση δεν μπορεί να αποτελεί “δείκτη” ευθύνης. Δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι τα Κράτη Μέλη που τυχαίνει να βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα επιβαρύνονται δυσανάλογα.
Αυτό αποτελεί για εμάς ουσιώδες στοιχείο, και γι αυτό προτείναμε τη δημιουργία ενός διορθωτικού μηχανισμού κατανομής στο πλαίσιο του νέου συστήματος του Δουβλίνου. Για να εξασφαλίσουμε ότι Ευρώπη θα παραμείνει χωρίς εσωτερικά σύνορα, χρειαζόμαστε ένα σύστημα Δουβλίνου που θα είναι σαφές, αποτελεσματικό και δίκαιο. Για τον λόγο αυτόν, χρειαζόμαστε τη δέσμευση των Κρατών Μελών, κάτι που μεταφράζεται σε σαφείς και δεσμευτικούς νομικούς κανόνες.
Αυτός είναι ο λόγος, επίσης, για τον οποίο προτείνουμε, σε μελλοντικές περιόδους κρίσης, η ευθύνη να είναι κοινή και να επιμερίζεται, εάν ένα ή περισσότερα Κράτη Μέλη επιβαρύνονται δυσανάλογα.
Στόχος μας είναι, εξάλλου, να αποθαρρύνουμε τις ανεξέλεγκτες και παράτυπες μετακινήσεις, και να παρέχονται ασφαλείς και νόμιμες οδοί προς την ΕΕ. Γι αυτό προτείνουμε τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την επανεγκατάσταση, που θα καθορίζει μια κοινή προσέγγιση για ασφαλείς και νόμιμες οδούς προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για άτομα που χρήζουν διεθνούς προστασίας.
Ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για την επανεγκατάσταση θα περιορίσει τις αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών πρακτικών. Θα θέσει, επίσης, την ΕΕ σε ισχυρότερη θέση, σε παγκόσμιο επίπεδο, δίνοντάς της τη δυνατότητα να ομιλεί με μια φωνή. Έτσι, θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε και να πείσουμε τους διεθνείς μας εταίρους να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης τους. Η εξωτερική και η εσωτερική διάσταση της διαχείρισης της μετανάστευσης είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε εντείνει τις επαφές μας με τρίτες χώρες για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της μετανάστευσης, με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών στις χώρες προέλευσης και διέλευσης, την καταπολέμηση των διακινητών, τη βελτίωση των επιστροφών, και την ενίσχυση των νόμιμων οδών. Αυτό συμβαδίζει με την μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έχει έρθει η στιγμή για τα Κράτη Μέλη να δείξουν την πολιτική βούληση για πρόοδο σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις για τη μεταρρύθμιση του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και, ειδικότερα, του συστήματος Δουβλίνου.
Πρέπει να κάνουμε ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα, τη σύγκλιση, την καταπολέμηση των δευτερογενών μετακινήσεων και την αλληλεγγύη.
Πρέπει να στηρίξουμε την επερχόμενη Προεδρία της Εσθονίας ώστε να συνεχιστούν οι προσπάθειες της απερχόμενης Προεδρίας της Μάλτας. Όπως, επίσης, πρέπει να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση με όλα τα Κράτη Μέλη, σχετικά με έναν μηχανισμό αλληλεγγύης που θα είναι προβλέψιμος και θα εγγυάται ότι κανένα Κράτος Μέλος δεν θα μένει μόνο του.
Πρέπει να εξετάσουμε το φαινόμενο της μετανάστευσης με στρατηγικό, συνολικό και θετικό τρόπο. Η κινητικότητα και η μετανάστευση είναι εγγενή στοιχεία του σημερινού κόσμου. Οφείλουμε να μετατρέψουμε τις προκλήσεις σε ευκαιρίες. Είναι στο χέρι μας, με αληθινό πνεύμα αλληλεγγύης, να βοηθήσουμε ώστε να μετατραπεί η μετανάστευση σε ευρωπαϊκή επιτυχία.
