Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η διαχείριση της μετανάστευσης αποτελούν τις δύο βασικές ανησυχίες των ευρωπαίων πολιτών.
Πρόκειται για ζητήματα που επηρεάζουν τη ζωή των πολιτών μας σε καθημερινή βάση.
Τα πρόσφατα γεγονότα στο Λονδίνο, αποδεικνύουν πόσο μας επηρεάζουν αυτές οι επιθέσεις, αλλά και τη διαίρεση που μπορούν να επιφέρουν.
Οι επιθέσεις στην αγορά του Borough και στο London Bridge, και αυτή την εβδομάδα κοντά στο τέμενος του πάρκου Finsbury είναι εξίσου αποτρόπαιες.
Η τρομοκρατία δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ προσώπων, χρώματος δέρματος ή θρησκείας. Κάθε μορφή τρομοκρατίας και βίας είναι καταδικαστέα.
Η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη ταυτόχρονα με δυο κρίσεις, στους τομείς της μετανάστευσης και την ασφάλειας.
Παρότι δεν συνδέονται, και τα δύο αυτά ζητήματα έθεσαν σε αμφισβήτηση τα θεμέλια, τη συνοχή και την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, εάν κάτι έχει καταστεί σαφές κατά τα δύο τελευταία χρόνια, είναι ότι δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίσουμε από κοινού αυτά τα θέματα, με εμπιστοσύνη και ενότητα.
Αντίθετα όμως, παρατηρούμε άνοδο του εθνικισμού και του λαϊκισμού, που ζητούν να κλείσουμε τα σύνορά μας, να χτίσουμε φράχτες, να απωθήσουμε ανθρώπους.
Δεν είναι όμως αυτό που επιθυμούν οι πολίτες μας. Γιατί οι πολίτες θέλουν να αισθάνονται ασφαλείς, όχι όμως σε βάρος της ελευθερίας τους να μετακινούνται.
Την προηγούμενη εβδομάδα, συμπληρώθηκαν 32 χρόνια από τη δημιουργία του χώρου Σένγκεν. 32 χρόνια μετακινήσεων χωρίς ελέγχους εντός του χώρου Σένγκεν.
Ωστόσο αυτό το σπουδαίο ευρωπαϊκό επίτευγμα απειλείται σήμερα. Ένα πιθανό τέλος της Σένγκεν θα σημάνει και το τέλος της Ευρώπης.
Καθώς συμπληρώθηκαν φέτος 60 χρόνια από τις Συνθήκες της Ρώμης, οφείλουμε να θυμόμαστε τα επιτεύγματά μας και να μην τα θεωρούμε δεδομένα.
Είναι αλήθεια ότι οι περιστάσεις έχουν αλλάξει, όπως έχει αλλάξει και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα αυτά.
Οφείλουμε να ενισχύσουμε και να αξιοποιήσουμε τα επιτεύγματά μας, και να μην επιτρέψουμε την υπονόμευσή τους.
Να συνεχίσουμε το παράδειγμα της Σένγκεν, την οποία έχουμε ενισχύσει, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια για να επανέλθουμε σε μια κανονική λειτουργία το συντομότερο δυνατό.
Δημιουργήσαμε την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή, που προέκυψε από τη διεύρυνση και την ενίσχυση της Frontex. Έχει στη διάθεσή της σήμερα πάνω από 1600 στελέχη σε Ελλάδα, Ιταλία, αλλά και Βουλγαρία, υποστηρίζοντας τα κράτη αυτά στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των συνόρων τους.
Ταυτόχρονα, έχουμε θεσπίσει συστηματικούς ελέγχους σε οιονδήποτε διασχίζει τα εξωτερικά μας σύνορα, συμπεριλαμβανομένων και των πολιτών της ΕΕ.
Έχουμε προτείνει το σύστημα Εισόδου/Εξόδου (Entry-Exit system) για την ενίσχυση των διαδικασιών συνοριακού ελέγχου υπηκόων τρίτων χωρών που ταξιδεύουν προς την ΕΕ.
Επίσης, έχουμε προτείνει τη δημιουργία του ευρωπαϊκού συστήματος ταξιδιωτικών πληροφοριών και άδειας ταξιδίου (ΕΤΙΑS) που θα μας επιτρέψει να διενεργούμε συμπληρωματικούς ελέγχους ασφάλειας και παράτυπης μετανάστευσης σε ταξιδιώτες που δεν έχουν υποχρέωση θεώρησης, πριν ταξιδέψουν στην ΕΕ.
Δεν είναι σκοπός μας να φτιάξουμε μια «Ευρώπη – φρούριο». Θέλουμε η Ευρώπη να είναι ασφαλής, αλλά επίσης, θέλουμε η Ευρώπη να παραμείνει ανοικτή.
Η Ευρώπη βασίζεται στις αξίες της διαφάνειας, της ανεκτικότητας, της αλληλεγγύης και του επιμερισμού των ευθυνών. Τα θεμέλια αυτά δεν θα πρέπει να αλλάξουν.
Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Περισσότερα από 65 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται εκτοπισμένοι παγκοσμίως.
Σε όσους αμφισβητούν ή επικρίνουν την προσέγγισή μας, θα ήθελα να πω ότι δεν πρόκειται για πολιτική ανοιχτών συνόρων, αλλά για τον σεβασμό στις διεθνείς μας υποχρεώσεις, να παρέχουμε προστασία σε όσους έχουν ανάγκη.
Όμως για να το επιτύχουμε αυτό χρειαζόμαστε μια προσέγγιση σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Αν θέλουμε να εξακολουθήσουμε να προσφέρουμε πραγματική, αποτελεσματική και άμεση προστασία σε όσους έχουν ανάγκη, οφείλουμε να σταματήσουμε τις παράτυπες και ανεξέλεγκτες ροές.
Και σε αυτό ακριβώς στοχεύουν όλες οι προσπάθειές μας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ατζέντας για τη Μετανάστευση:
— η μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου και η μετεγκατάσταση μόνο εκείνων οι οποίοι πραγματικά χρειάζονται προστασία,
— η επανεγκατάσταση, ώστε υποψήφιοι που έχουν ταυτοποιηθεί και ελεγχθεί να έρχονται νόμιμα και με ασφάλεια,
— η ενίσχυση των επιστροφών, για όσους δεν έχουν δικαίωμα παραμονής,
— η ενίσχυση της συνεργασίας μας με χώρες που αποτελούν βασικούς μας εταίρους όπως η Τουρκία, καθώς και στα Δυτικά Βαλκάνια, στη Βόρεια και Υποσαχάρια Αφρική, για την καταπολέμηση της διακίνησης προσφύγων και τη βελτίωση των επιστροφών.
— η δημιουργία hotspots για την καταχώριση, τον έλεγχο και τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, κάθε προσώπου που φθάνει στα εξωτερικά μας σύνορα, αλλά και η κοινή χρήση αυτών των πληροφοριών σε βάσεις δεδομένων από όλα τα Κράτη Μέλη, σε περιπτώσεις κινδύνων για την ασφάλεια.
Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε τα σύνορά μας ανοιχτά, πρέπει να γνωρίζουμε ποιοι τα διασχίζουν και για ποιό λόγο. Τα στοιχεία αυτά, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τα ανταλλάσσουμε μεταξύ μας, είναι καθοριστικής σημασίας.
Έχουμε θέσει ως βασική μας προτεραιότητα τη διασύνδεση των πληροφοριακών μας συστημάτων για τα σύνορα, την ασφάλεια και τη μετανάστευση, για να διασφαλίσουμε ότι οι πληροφορίες αυτές δεν θα χάνονται.
Οι συνοριοφύλακες, η αστυνομία, οι τελωνειακοί υπάλληλοι θα μπορούν να ενεργούν την κατάλληλη στιγμή έχοντας στη διάθεσή τους τις απαραίτητες πληροφορίες. Και στον τομέα αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει εμπιστοσύνη.
Η ανταλλαγή πληροφοριών με τους εταίρους μας μπορεί να σταματήσει μια τρομοκρατική επίθεση, πριν καν οι τρομοκράτες διασχίσουν τα σύνορα.
Μόνο αν καταχωρίσουμε αυτές τις πληροφορίες μέσα σε κοινά πληροφοριακά, τα Κράτη Μέλη θα είναι σε θέση να λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων.
Την επόμενη εβδομάδα θα προτείνουμε την ενίσχυση του eu-Lisa, του Οργανισμού που είναι αρμόδιος για την ανταλλαγή πληροφοριών. Με περισσότερους πόρους και σαφή εντολή θα μπορέσει να συμβάλλει στη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων.
Πρέπει να εντείνουμε τη συνεργασία μας σε όλα τα μέτωπα για να ξεπεράσουμε νοοτροπίες του παρελθόντος, και για να βρούμε κοινές λύσεις στα κοινά προβλήματα που μας επηρεάζουν όλους μας.
Η ανταλλαγή δεδομένων PNR αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η ανταλλαγή πληροφοριών για υπόπτους διάπραξης τρομοκρατικών επιθέσεων ή σοβαρών εγκλημάτων μπορεί να αποτρέψει την υλοποίηση των σχεδίων τους.
Τέτοιες πληροφορίες μπορούμε να μοιραζόμαστε με τους διεθνείς εταίρους μας, όπως οι ΗΠΑ, για να αυξήσουμε την αποτελεσματικότητα των μέτρων ασφάλειας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν είναι ένα ακόμα παράδειγμα. Είναι το πιο αποτελεσματικό πληροφοριακό σύστημα που έχουμε στη διάθεσή μας, το οποίο χρησιμοποιούμε εκατομμύρια φορές κάθε χρόνο.
Όμως το σύστημα αποκτά αξία χάρη στις πληροφορίες που καταχωρίζουμε σε αυτό.
Και σε αυτή την περίπτωση, επιστρέφουμε στο ζήτημα της εμπιστοσύνης.
Τα τελευταία δύο έτη, οι τρομοκρατικές επιθέσεις έχουν καταστήσει σαφές ότι η απειλή της τρομοκρατίας μας αφορά όλους εξίσου.
Όλοι μας πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η τρομοκρατία δεν σταματά στα σύνορά μας.
Ο κατακερματισμός μας καθιστά ευάλωτους.
Και αυτή ακριβώς είναι η αλλαγή νοοτροπίας που προσπαθούμε να φέρουμε στο πλαίσιο της δημιουργίας μίας πραγματικής και αποτελεσματικής Ένωσης Ασφάλειας.
Στο προσεχές μέλλον, τα θεμέλια της Ένωσης Ασφάλειας θα πρέπει να είναι κοινά με αυτά της Ένωσης Άμυνας.
Οι εξωτερικές και οι εσωτερικές απειλές συνδέονται μεταξύ τους και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται συλλογικά.
Πρέπει να δώσουμε στα Κράτη Μέλη τα εργαλεία, τις δομές και τα μέσα για την καταπολέμηση αυτών των απειλών, για τη καλύτερη κοινή δράση.
Αυτό βεβαίως δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα Κράτη Μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για την εθνική τους ασφάλεια.
Ωστόσο οι τρομοκράτες διασχίζουν τα εθνικά σύνορα μας και σχεδιάζουν, συντονίζουν και εκτελούν τα εγκλήματά τους.
Όταν ο κίνδυνος υπερβαίνει τα σύνορα, η απάντησή μας δεν μπορεί παρά να είναι συλλογική. Η τρομοκρατία ξεπερνάει την έννοια του έθνους κράτους.
Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τις απειλές με τον ίδιο τρόπο.
Σε αυτό το πλαίσιο θέσαμε την Europol στο επίκεντρο των συλλογικών μας ενεργειών.
Η Europol έχει ενισχυθεί με πόρους και εξειδίκευση, ώστε να παρέχει υποστήριξη στα Κράτη Μέλη για την αντιμετώπιση των απειλών.
Το Κέντρο κατά της Τρομοκρατίας της Europol εξασφαλίζει διαρκή επιχειρησιακή στήριξη στα Κράτη Μέλη.
Καθώς το Ισλαμικό Κράτος χάνει έδαφος, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας μεταφέρεται στο Διαδίκτυο.
Το Διαδίκτυο αποτελεί πεδίο διάδοσης προπαγάνδας και μεθόδων τέλεσης εγκληματικών ενεργειών. Επίσης, το Διαδίκτυο γίνεται καταλύτης για τη στρατολόγηση τρομοκρατών, τη ανταλλαγή πληροφοριών και τη παροχή διαύλων ασφαλούς επικοινωνίας.
Είναι επιτακτική ανάγκη να γίνουν βήματα για την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την τρομοκρατία στο Διαδίκτυο.
Η Europol παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη συνεργασία που έχουμε με εταιρείες του Διαδικτύου, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Διαδικτυακού Φόρουμ, ώστε να αφαιρείται το τρομοκρατικό περιεχόμενο από το Διαδίκτυο, κάτι που ήδη συμβαίνει με μεγάλη επιτυχία.
Οι εταιρείες του Διαδικτύου δημιούργησαν μία βάση δεδομένων (database of hashes), για να διασφαλίσουν ότι το τρομοκρατικό περιεχόμενο που αφαιρείται από μία ιστοσελίδα δεν θα εμφανίζεται σε κάποια άλλη.
Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε ένα βήμα ακόμη. Την επόμενη εβδομάδα, θα συναντηθούμε ξανά στο πλαίσιο του Φόρουμ για να εντείνουμε τις προσπάθειές μας.
Θέλουμε να εξασφαλίσουμε μεγαλύτερη αυτοματοποίηση στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στο Διαδίκτυο, να συνεργαστούμε με περισσότερες εταιρείες, και να εντείνουμε τη συνεργασία μας με τις αρχές επιβολής του νόμου.
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στο Διαδίκτυο. Οι πρόσφατες επιθέσεις αναδεικνύουν τον ανησυχητικό ρυθμό και συχνότητα της ριζοσπαστικοποίησης πολιτών.
Είμαστε αντιμέτωποι με μία σοβαρή πρόκληση που απαιτεί άμεση και συντονισμένη δράση.
Οι απειλές δεν υλοποιούνται από άτομα που έρχονται από το εξωτερικό της Ευρώπης. Οι απειλές που προέρχονται από το εσωτερικό είναι συχνότερες, πιο σοβαρές και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν.
Το Δίκτυο Ευαισθητοποίησης για τη Ριζοσπαστικοποίηση παρέχει τις υπηρεσίες του από το 2015. Πρέπει όμως να επανεκτιμήσουμε τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να ενισχύσουμε την επιρροή του, ώστε να σταματήσουν πολίτες να στρέφονται εναντίον συμπολιτών τους.
Το Δίκτυο Ευαισθητοποίησης για τη Ριζοσπαστικοποίηση εξέδωσε εχθές κατευθυντήριες γραμμές που βοηθηθούν τα Κράτη Μέλη να αντιμετωπίσουν όσους ξένους τρομοκράτες μαχητές επιστρέφουν.
Αυτό αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα που αποδεικνύει πως η συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε μαζί αυτήν την απειλή.
Αυτό που έχουν αντιληφθεί όλοι τα τελευταία δύο χρόνια είναι ότι δεν αρκούν μόνο μέτρα ασφάλειας, διαχείρισης των συνόρων μας ή της μετανάστευσης, αλλά χρειάζεται συλλογική δράση. Γιατί, εάν ενεργήσουμε συλλογικά, ο αντίκτυπος θα είναι μεγαλύτερος.
Έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσουμε την εμπιστοσύνη μεταξύ μας, και την συνοχή της Ένωσής μας. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ή να θεωρούμε ως δεδομένο τον λόγο ύπαρξης της Ένωσης.
60 χρόνια ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας τίθενται σε αμφισβήτηση. Σε αυτό, ακριβώς, στοχεύουν οι ακραίες φωνές σήμερα, να μας διαιρέσουν.
Οι προκλήσεις στην ασφάλεια και στην μετανάστευση δεν θα εκλείψουν άμεσα. Διαμορφώνουν ήδη το μέλλον της Ευρώπης. Καμία χώρα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζει μόνη της αυτές τις προκλήσεις.
Η ιστορία θα κρίνει την γενιά μας από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε αυτές τις προκλήσεις.
Η απάντησή μας πρέπει να είναι: ενότητα, αλληλεγγύη, ευθύνη, και εμπιστοσύνη.
Αυτοί είναι οι πυλώνες της στρατηγικής μας, για το παρόν και το μέλλον.
