Άρθρο στην εφημερίδα “Ναυτεμπορική” με τίτλο: “Η Θέουτα και η επιστροφή του μεταναστευτικού στην καρδιά της Ευρώπης”, 4/8/2026

Οι εικόνες από τη Θέουτα δεν είναι απλώς εικόνες μιας ακόμη μεταναστευτικής κρίσης στα σύνορα της Ευρώπης. Είναι μια προειδοποίηση. Και η Ευρώπη οφείλει αυτή τη φορά να την ακούσει εγκαίρως.

Σχεδόν μία δεκαετία μετά τη μεγάλη κρίση του 2015-2016, το μεταναστευτικό επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής, μέσα όμως σε ένα διαφορετικό και περισσότερο σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσοι άνθρωποι πέρασαν τα σύνορα της Θέουτα. Ούτε μπορεί η συζήτηση να περιοριστεί στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση της Ισπανίας.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη είναι σήμερα σε θέση να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα και, κυρίως, εάν μπορεί να αποτρέψει τη χρησιμοποίηση των μεταναστευτικών ροών ως μέσου πολιτικής και γεωπολιτικής πίεσης.

Κατά τη θητεία μου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη προσφυγική και μεταναστευτική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, επισκέφθηκα επανειλημμένα τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, μεταξύ αυτών και την Ισπανία.

Το βασικό συμπέρασμα ήταν ήδη τότε σαφές: τα σύνορα της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Ιταλίας δεν είναι μόνο εθνικά σύνορα. Είναι ευρωπαϊκά σύνορα.

Από αυτήν ακριβώς την αντίληψη γεννήθηκε η πολιτική επιλογή να ενισχυθεί αποφασιστικά η Frontex και να δημιουργηθεί η Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή. Διότι χωρίς ασφαλή εξωτερικά σύνορα δεν μπορεί να υπάρξει Schengen. Και χωρίς Schengen, ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης τίθεται σε κίνδυνο.

Όμως υπάρχει μία πραγματικότητα που πρέπει πλέον να γίνει απολύτως κατανοητή: το μεταναστευτικό δεν είναι μια συγκυριακή κρίση που κάποια στιγμή θα παρέλθει.

Θα μας συνοδεύει για πολλά χρόνια και, κατά περιόδους, θα εντείνεται όσο πολλαπλασιάζονται οι εστίες πολέμου, αστάθειας, φτώχειας και κοινωνικής αποδιάρθρωσης στην ευρύτερη γειτονιά της Ευρώπης και όσο δεν αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες που αναγκάζουν εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείπουν τις χώρες τους.

Σήμερα σε αυτές τις αιτίες προστίθενται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, οι δημογραφικές πιέσεις και οι τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες.

Όσο αυτές οι αιτίες παραμένουν, οι μεταναστευτικές διαδρομές μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι μεταναστευτικές πιέσεις θα συνεχίζονται.

Γι’ αυτό και η διαχείριση των συνόρων, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν αρκεί.

Η Ευρώπη χρειάζεται μια πολιτική που να ξεκινά πολύ πριν από τα σύνορά της: ενεργητική διπλωματία για την πρόληψη και τον τερματισμό συγκρούσεων, αναπτυξιακή συνεργασία, επενδύσεις, στήριξη της οικονομικής και θεσμικής σταθερότητας των χωρών προέλευσης και ουσιαστικές, αξιόπιστες εταιρικές σχέσεις με τις χώρες διέλευσης.

Υπάρχει όμως και μία πρόσθετη, ιδιαίτερα ανησυχητική διάσταση. Η Ευρώπη έχει πλέον εμπειρία από την εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών. Τρίτες χώρες μπορούν να αντιλαμβάνονται τη μετανάστευση όχι μόνο ως ανθρωπιστικό ή κοινωνικό ζήτημα, αλλά και ως μοχλό πίεσης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εάν επιβεβαιωθεί ότι όσα συνέβησαν στη Θέουτα συνδέονται με ευρύτερες γεωπολιτικές διαφορές, τότε το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ισπανία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Και η απάντηση οφείλει να είναι κοινή, σταθερή και ευρωπαϊκή.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει επιστροφή στα εσωτερικά σύνορα.

Θα ήταν στρατηγικό λάθος η Ευρώπη να απαντήσει στην πίεση στα εξωτερικά της σύνορα υψώνοντας νέα σύνορα στο εσωτερικό της. Η Schengen πρέπει να προστατευθεί, όχι να αποδομηθεί.

Η απάντηση πρέπει να είναι ακριβώς η αντίθετη: ισχυρότερη προστασία των εξωτερικών συνόρων, περισσότερη ευρωπαϊκή παρουσία εκεί όπου εκδηλώνεται η πίεση, αποτελεσματικές επιστροφές όσων δεν δικαιούνται διεθνή προστασία, νόμιμες οδοί μετανάστευσης όπου αυτό εξυπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας και πολύ πιο συνεκτικές συμφωνίες με τις χώρες προέλευσης και διέλευσης.

Ταυτόχρονα, η Ευρώπη οφείλει να διατηρήσει τον ανθρωπιστικό και δημοκρατικό χαρακτήρα της. Η προστασία των συνόρων και η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν είναι αντιφατικές πολιτικές. Μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν.

Υπάρχει, τέλος, μία πολιτική πραγματικότητα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Κάθε φορά που οι δημοκρατικές κυβερνήσεις εμφανίζονται ανίκανες να ελέγξουν τη μετανάστευση, το πολιτικό κενό καταλαμβάνουν οι ακραίες δυνάμεις. Ο φόβος μετατρέπεται σε ανασφάλεια, η ανασφάλεια σε θυμό και ο θυμός σε πολιτικό ριζοσπαστισμό.

Γι’ αυτό το μεταναστευτικό δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα συνόρων. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής, εμπιστοσύνης στους θεσμούς και τελικά πολιτικής σταθερότητας των ευρωπαϊκών δημοκρατιών.

Το 2015 η Ευρώπη αιφνιδιάστηκε. Σήμερα δεν έχει αυτή τη δικαιολογία.

Διαθέτει περισσότερη εμπειρία, ισχυρότερους θεσμούς και εργαλεία που δημιουργήθηκαν ακριβώς μέσα από εκείνη την κρίση. Χρειάζεται τώρα πολιτική βούληση, ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, διορατικότητα και αποφασιστικότητα.

Γιατί η προστασία των εξωτερικών συνόρων δεν είναι πολιτική της Δεξιάς ή της Αριστεράς. Είναι προϋπόθεση για να παραμείνει η Ευρώπη ανοικτή στο εσωτερικό της, ασφαλής στα σύνορά της και πιστή στις αξίες της.

Και πάνω απ’ όλα πρέπει να θυμόμαστε κάτι που η εμπειρία των προηγούμενων ετών απέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο:

Το μεταναστευτικό δεν αντιμετωπίζεται όταν οι άνθρωποι φθάσουν στα ευρωπαϊκά σύνορα. Η πραγματική πολιτική αρχίζει πολύ νωρίτερα.

Δημήτρης Αβραμόπουλος
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.