Άρθρο στην εφημερίδα “Το Μανιφέστο” με τίτλο: “Ελλάδα-Τουρκία, η στρατηγική απέναντι στο απρόβλεπτο”, 16/9/2026

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται ξανά σε περίοδο αυξημένης ευαισθησίας.

Μετά τα «ήρεμα νερά» των τελευταίων ετών, επανέρχονται παλαιές διαφορές, νέες διεκδικήσεις και μια ρητορική που υπενθυμίζει ότι τίποτε στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να θεωρείται οριστικά τακτοποιημένο.

Η Ελλάδα σήμερα είναι ισχυρότερη αμυντικά, διπλωματικά και γεωπολιτικά. Αυτό αποτελεί τον ασφαλέστερο παράγοντα αποτροπής. Η ισχύς, όμως, αποκτά πραγματική στρατηγική αξία όταν συνοδεύεται από αυτοπεποίθηση, ψυχραιμία, πρόβλεψη και σαφή πολιτικό προσανατολισμό.

Το δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο. Η διατήρηση από την Τουρκία του casus belli αποτελεί επικίνδυνο αναχρονισμό, ασύμβατο με τις σχέσεις δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.

Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί και η τουρκική ενόχληση για την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο. Η ελληνική κυριαρχία στο νησί είναι απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη. Δεν υπάρχει επ’ αυτού κανένα ζήτημα προς συζήτηση.

Μέσο πίεσης

Η αντίδραση της Άγκυρας πρέπει, συνεπώς, να διαβαστεί ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα, ώστε να αποδεχθεί τη διεύρυνση της ατζέντας των συνομιλιών πέραν του ζητήματος της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών.

Εδώ χρειάζεται απόλυτη καθαρότητα. Διάλογος, ναι. Αλλά χωρίς διολίσθηση σε μια διαδικασία που θα μπορούσε να μετατρέψει μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις σε αναγνωρισμένες διμερείς διαφορές.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, σήμερα δεν είναι μόνο η ένταση. Είναι ο κίνδυνος του απρόβλεπτου. Μια παρατεταμένη περίοδος «ελεγχόμενης έντασης» μπορεί, από έναν λανθασμένο υπολογισμό ή ένα επιχειρησιακό επεισόδιο, να ξεφύγει από τον πολιτικό έλεγχο.

Και τότε η επιστροφή στη διπλωματία γίνεται πολύ δυσκολότερη. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε την επιστροφή στο κλίμα του 2020, όταν οι δύο χώρες βρέθηκαν επικίνδυνα κοντά σε μια ανεξέλεγκτη κρίση.

Πρόληψη αντί διαχείρισης

Η εμπειρία εκείνης της περιόδου πρέπει να μας οδηγεί σε στρατηγική πρόληψης και όχι απλώς διαχείρισης μιας κρίσης αφού αυτή εκδηλωθεί. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα ήταν καταστροφική για όλους.

Οι πόλεμοι της εποχής μας αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν πραγματικοί νικητές. Υπάρχουν ανθρώπινες απώλειες, κοινωνίες που τραυματίζονται, οικονομίες που αποδιοργανώνονται και υποδομές που καταστρέφονται μέσα σε λίγες ώρες, ενώ απαιτούνται χρόνια για την αποκατάστασή τους.

Για δύο γειτονικές χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, ακόμη και μια περιορισμένη στρατιωτική αναμέτρηση θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές εξελίξεις που κανείς δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξει πλήρως. Γι’ αυτό η αποτροπή του πολέμου δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Είναι ύψιστη πράξη εθνικής ευθύνης.

Προϋποθέτει ισχυρή άμυνα, καθαρές κόκκινες γραμμές, ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και πολιτική ηγεσία ικανή να αποτρέψει το απρόβλεπτο πριν γίνει μη αναστρέψιμο.

Αποτροπή και διάλογος

Η γεωγραφία δεν αλλάζει. Ελλάδα και Τουρκία θα παραμείνουν γείτονες. Αυτό δεν σημαίνει υποχώρηση από τις εθνικές μας θέσεις.

Σημαίνει ότι μια υπεύθυνη εθνική στρατηγική οφείλει να συνδυάζει την αποτροπή με τον διάλογο, την αποφασιστικότητα με την ψυχραιμία και την υπεράσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας.

Σε αυτήν τη συγκυρία χρειάζεται μια καθαρή συζήτηση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, καλά προετοιμασμένη μέσω των διπλωματικών διαύλων. Οι ηγέτες των δύο χωρών μπορούν και πρέπει να συμφωνήσουν στη βάση, στους κανόνες και στα όρια του διαλόγου, σε συνέχεια του πνεύματος και των δεσμεύσεων της Διακήρυξης των Αθηνών.

Μια τέτοια συνεννόηση μπορεί να συμβάλει στην εκτόνωση της έντασης και στην αποκατάσταση ενός κλίματος εμπιστοσύνης. Οχι με υποχωρήσεις σε ζητήματα κυριαρχίας ή με αποδοχή μονομερών διεκδικήσεων, αλλά με σαφείς κανόνες, αμοιβαίο σεβασμό και πολιτική βούληση να μην επιτρέπεται στις διαφορές να μετατρέπονται σε διαρκείς εστίες κρίσης.

Οι κοινωνίες μπροστά

Αλλωστε, οι κοινωνίες των δύο χωρών βρίσκονται συχνά πιο μπροστά από την πολιτική ένταση. Έλληνες και Τούρκοι επικοινωνούν, συνεργάζονται και επισκέπτονται κατά εκατοντάδες χιλιάδες οι μεν τη χώρα των δε.

Παρά το βάρος της ιστορίας, έχουν αναπτυχθεί δεσμοί και μια αμοιβαία οικειότητα που αποτελούν πολύτιμο κεφάλαιο και πρέπει να προστατευθούν.

Παράλληλα, η Ελλάδα πρέπει να βλέπει πέρα από τη διμερή σχέση. Η Ανατολική Μεσόγειος αναδιατάσσεται. Νέες συμμαχίες, ενεργειακοί δρόμοι και οικονομικά συμφέροντα δημιουργούν μια διαφορετική γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να οικοδομεί τη στρατηγική της πάνω στις αντιθέσεις τρίτων ούτε να επενδύει στη μόνιμη απομόνωση οποιασδήποτε χώρας. Πρέπει να βρίσκεται στο τραπέζι όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, να προβλέπει τις εξελίξεις και, όπου μπορεί, να τις συνδιαμορφώνει.

Σε μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει πόλεμο, αναθεωρητισμό και την επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος, η Ελλάδα έχει έναν ευρύτερο ρόλο: να αποτελεί πυλώνα ασφάλειας, αλλά και δύναμη σταθερότητας και συνεννόησης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ισχύς και διεθνές κύρος

Η γεωγραφία μάς έφερε δίπλα. Η ιστορία πολλές φορές μάς χώρισε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε τη μία ούτε την άλλη. Μπορούμε, όμως, να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με το μέλλον.

Η πολιτική ευθύνη της εποχής μας είναι να διασφαλίσουμε ότι οι διαφορές δεν θα οδηγήσουν ξανά τους δύο λαούς σε επικίνδυνες κρίσεις. Να διαφυλάξουμε την ειρήνη χωρίς να υποχωρούμε από τα δικαιώματά μας και να επιδιώκουμε τη συνεννόηση χωρίς αυταπάτες.

Γιατί η πραγματική ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από την ικανότητά της να αντιμετωπίζει μια κρίση. Μετριέται κυρίως από την ικανότητά της να την προβλέπει και να την αποτρέπει.

Και η Ελλάδα σήμερα διαθέτει την ισχύ, την αυτοπεποίθηση και το διεθνές κύρος για να το επιδιώξει. Υπάρχει, όμως, και μια αντίστοιχη ιστορική πρόκληση για την Τουρκία και την ηγεσία της.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη σύγχρονη ιστορία της χώρας του. Εκείνο που θα μπορούσε να προσδώσει στη διαδρομή του μια διαφορετική, πραγματικά ιστορική διάσταση θα ήταν η υπέρβαση της μακράς ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Μια δίκαιη και βιώσιμη διευθέτηση της ελληνοτουρκικής διαφοράς, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, σε συνδυασμό με μια συνολική, δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ, θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο όχι μόνο για την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Ισως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ιστορική πρόκληση για έναν Τούρκο ηγέτη μετά τον Κεμάλ Ατατούρκ: όχι απλώς να καταστήσει την Τουρκία ισχυρότερη, αλλά να συμφιλιώσει οριστικά τη χώρα του με την Ελλάδα και να μετατρέψει μια αντιπαλότητα δεκαετιών σε σχέση ειρήνης, συνεργασίας και κοινής προοπτικής.

Οι πραγματικά μεγάλοι ηγέτες δεν κρίνονται μόνο από τις συγκρούσεις που κέρδισαν. Κρίνονται και από εκείνες που είχαν τη δύναμη να αποτρέψουν -και από τις ιστορικές εκκρεμότητες που τόλμησαν να κλείσουν.

Αυτό θα ήταν μια πραγματική υπέρβαση. Και ίσως η σημαντικότερη κληρονομιά που θα μπορούσαν να αφήσουν στις επόμενες γενιές οι ηγεσίες και των δύο χωρών.

Δημήτρης Αβραμόπουλος
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.